Άκουσα τη γλυκιά φωνή της πρώτη φορά το 1994. Με προσκαλούσε σε κάποια εκδήλωση δημοτικής παράταξης σε προεκλογική περίοδο για την τοπική αυτοδιοίκηση. Θυμάμαι χαρακτηριστικά πώς περιέγραψα σ’ έναν φίλο μου τη μελιστάλακτη φωνή: «Είστε ο κ. Νόμπελης; Θέλουμε να σας καλέσουμε σε μια εκδήλωση… “Φίλε Γιάννη, φαντάσου τι κουκλάρα θα είναι…”».

Αλλά η κατά πρόσωπο συνάντηση έφερε την απογοήτευση. Γιατί η Αθηνά-η περί ης ο λόγος- ήτανε κοντόχοντρη με άσχημο δέρμα και αδιάφορο πρόσωπο. Τελικά, όπως τη φέρνω τώρα στο μυαλό μου, η κοπέλα είχε συμπαθητική φυσιογνωμία, όμως το ατσούμπαλο σώμα-με… τέσσερα οπίσθια και καθόλου στήθος δεν σε άφηνε να το προσέξεις.

Γίναμε αδερφικοί φίλοι. Ένα σεβαστό διάστημα της ζωής μου το πέρασα πίνοντας καφέ μαζί της: Άνεργοι και οι δύο, μέσα δεκαετίας του ’90, φθάσαμε να περνάμε ολόκληρες μέρες και πολλά Σαββατοκύριακα παρέα. Της διηγούμουν τις ερωτικές περιπέτειές μου και εκείνη με συμβούλευε: Κυρίως πώς να ερμηνεύω-θετικά ή αρνητικά-τα μηνύματα του άλλου φύλου (κάτι που ποτέ δεν έμαθα εύκολα να αντιλαμβάνομαι, εκτός από τις περιόδους που δεν με συνέφερε να καταλάβω…). Μα και η Αθηνά συζητούσε για τους λιγοστούς αλλά συναρπαστικούς έρωτές της. Και, φυσικά, τη μη ανταπόκρισή τους.

Ως καλός φίλος όφειλα να της κάνω μια νύξη. Πώς να σουλουπωθεί, πώς να βελτιώσει την εξωτερική της εμφάνιση, ακόμα και πώς να κατεβάσει κατά τι τις απαιτήσεις της. Παρατηρώντας, βέβαια τα… αντικείμενα του πόθου της δεν μπορούσα να φανταστώ πώς θα χαμήλωνε τις βλέψεις της όταν αυτές περιορίζονταν σε ένα καλό παιδί μέτριας εμφάνισης και μεσαίας οικονομικής κατάστασης; Γιατί και η Αθηνά τον είχε τον τρόπο της, αυτό που λέμε το κατιτίς της. Ασφαλώς, με τόσες γυναικάρες να κυκλοφορούν έξω στον δρόμο, δεν έβλεπα με ποιον ακριβώς τρόπο η Αθηνά θα διεκδικούσε με αρκετές πιθανότητες επιτυχίας το αγόρι-στόχο της.

Το κακό ήταν πως και οι γονείς της, αν και άνθρωποι άλλης εποχής, αντιλαμβανόντουσαν τη δυσάρεστη πραγματικότητα της μοναχοκόρης τους (και μοναχοπαιδιού τους). Η μητέρα της, βαθιά θρησκευόμενη, γυρνούσε εκκλησιές και μοναστήρια στην Ελλάδα, εκλιπαρώντας την Παναγία και όποιον άγιο ήξερε να βοηθήσει την Αθηνά να αποκατασταθεί. Κάποια στιγμή, δεν άντεξε και μου ζήτησε φανερά συγκινημένη: «Άρη, θέλω να μου υποσχεθείς πως ό,τι κι αν συμβεί, δεν θα αφήσεις την κόρη μου μόνη της και θα συνεχίσεις την παρέα μαζί της». «Στο υπόσχομαι» της απάντησα μελαγχολικά. «Το πήρε απόφαση» σκέφθηκα…

Με την Αθηνά είχαμε τρία χρόνια διαφορά. Εγώ πριν περίπου 18 χρόνια παντρεύτηκα αλλά παιδιά δεν αξιώθηκα να κάνω. Ο καιρός περνούσε για όλους μας, την ίδια ώρα που ο γάμος μου περνούσε κι αυτός… κρίση! Η Αθηνά δεν μου αρνήθηκε ποτέ τις συμβουλές της, αν και είχαμε πια αραιώσει την παρέα μας. Η αγαπημένη μου φίλη βρήκε μια δουλειά και στην πορεία έγινε κατά κάποιον τρόπο μόνιμη- παρά το γεγονός ότι εργαζόταν στον ιδιωτικό τομέα. Η πιο σωστή λέξη είναι: απαραίτητη. Το αφεντικό την κράτησε, κάποια στιγμή πήρε και προαγωγή. Η Αθηνά που είχε να αντιμετωπίσει στην προσωπική της ζωή τον αμείλικτο εχθρό αδυσώπητο χρόνο, φαινόταν πως επαγγελματικά εξασφαλιζόταν.

Μέχρι που μια μέρα κλείσαμε ραντεβού για καφέ κάπου στα Βριλήσσια. Η Αθηνά ήθελε να μου μιλήσει. Κι εγώ το ίδιο. Της είπα πρώτος τον καημό μου και, όπως πάντα, μου ανέφερε με παρρησία τη γνώμη της. Γιατί η Αθηνά διέθετε ένα προτέρημα που ποτέ δεν απέκτησα: την τόλμη της άποψής μου. Τη «ζήλευα» με την καλή έννοια γι’ αυτό. Αλλά στη συνάντηση στα Βριλήσσια τα σημαντικά νέα θα τα μετέφερε η καλύτερή μου φίλη. Συνδέθηκε με κάποιον, όμως διατηρούσε αμφιβολίες για ορισμένες περίεργες συνήθειές του. Ομολογώ πως δεν την πίστεψα. Δεν της το είπα φυσικά ποτέ. Θεώρησα ότι και αυτή η υπόθεση θα έχει παρόμοιο τέλος με τις προηγούμενες, δηλαδή η Αθηνά θα μείνει πάλι μόνη. Μέσα σε όλα τα προβλήματα που την εμπόδιζαν να δημιουργήσει μια υγιή σχέση ερχόταν να προστεθεί και μια τάση… γεροντοκορισμού. Είναι ένας νεολογισμός που έχω εφεύρει με τους κολλητούς μου για τις κοπέλες που νιώθουν ότι μεγαλώνουν, συνήθως 35-40 ετών, φοβούνται πως θα μείνουν στο «ράφι» και γίνονται παράξενες, με αλλόκοτη συμπεριφορά, ενώ αποκτούν απέναντι στους άνδρες μια εξηγήσιμη επιφυλακτικότητα που στο τέλος τις καθιστά αυτοκαταστροφικές. Με δυο λόγια οι ίδιες απωθούν κάθε αρσενικό, διώχνοντάς το με υπερβολικές απαιτήσεις ή με απαράδεκτη έως προσβλητική συμπεριφορά.

Έτσι, λοιπόν, υπέθεσα ότι ο νεόκοπος φίλος της Αθηνάς μπορεί να ήταν ένα εξαιρετικό παιδί με κουσούρια που μόνο η φίλη μου ανακάλυπτε.

Πέρασε ακόμη λίγος καιρός. Όταν ξανασυνάντησα την Αθηνά δεν πίστευα στα αυτιά μου: Η σχέση τους είχε ομαλοποιηθεί εντελώς και η κολλητή μου φαινόταν έτοιμη γι’ αυτό που πριν λίγο καιρό φάνταζε απίστευτο: να δεσμευθεί με αρραβώνα!!!

Όσο κι αν οι αμφιβολίες για το πόσο σοβαρά την έβλεπε ο άνδρας της δεν έλεγαν να με εγκαταλείψουν, παρά τη δικαιολογημένη μου ανησυχία για το μέλλον αυτής της σχέσης, τα πράγματα εξελίχθηκαν όπως ευελπιστούσε η Αθηνά: Κάποια στιγμή μού παρέδωσε το προσκλητήριο του γάμου και λίγους μήνες αργότερα ενημερώθηκα πως σε μικρό χρονικό διάστημα θα κρατούσε στην αγκαλιά της τον καρπό της σχέσης τους!!!

Τα πραγματικά σενάρια της ζωής τα κατασκευάζει η πιο αστείρευτη φαντασία: Η Αθηνά, αφού αποκαταστάθηκε επαγγελματικά, δημιούργησε στα 40 της μια ευτυχισμένη οικογένεια, την ώρα που δεν χρειαζόσουν ικανότητες μελλοντολόγου για να πιστέψεις ότι η καλύτερή μου φίλη θα έμενε για πάντα μόνη της. Παρευρισκόμενος στον γάμο, ένα ζεστό απόγευμα του Ιουνίου, τότε μονάχα συνειδητοποίησα αυτό που συνέβαινε.

Δεν είμαι μικροπρεπής για να μην χαρώ ή να ψάχνω διαρκώς αιτίες για να δικαιολογήσω όσα ασύλληπτα διαδραματίζονταν. Ο γαμπρός είναι μια χαρά άνθρωπος όσο κι αν προσπαθήσει κάποιος να του προσάψει οτιδήποτε. Η Αθηνά μού έδωσε ένα γερό μάθημα σαν γροθιά στο στομάχι: Ποτέ μην λες ποτέ και ποτέ μην υποτιμάς κανέναν. Το δεύτερο σκέλος το γνώριζα ήδη καλά από τότε που μια μακροχρόνια σχέση μου που θεωρούσα πως έλεγχα απόλυτα με παράτησε στα κρύα του λουτρού για κάποιον άλλον. Αλλά το χειροπιαστό παράδειγμα της Αθηνάς που, σε αντίθεση με μένα και τα χρεοκοπημένα όνειρά μου, βρήκε καλή δουλειά, τη στιγμή που εγώ βολοδέρνω σε αβέβαιες ενασχολήσεις για το αύριο, που σε λίγο θα βαστάει ένα παιδί πριν κρατήσω στα χέρια το δικό μου, που θα είναι ευτυχισμένη, την ώρα που η αφεντιά μου καταρρέει κάτω από το ασήκωτο βάρος των ψυχοσωματικών και του άγχους, είναι το καλύτερο μάθημα που δεν διδάσκεται σε κανένα σχολείο όσο ξεχωριστό κι αν θεωρείται.

Το αισιόδοξο μήνυμα της Αθηνάς ενδέχεται να μου ανεβάσει το ηθικό. Και η αγαπημένη μου φίλη που δήθεν θα είχε ανάγκη τη βοήθειά μου τελικώς να κατορθώσει εκείνη να με κάνει να αναγεννηθώ από τις στάχτες μου. Και, όπως τραγουδάει ο Καλογιάννης στον «Μέτοικο», απ’ την αρχή ν’ αρχίσω…

 

Άρης Νόμπελης