Θυμούμαι το μαγκάλι μου (τον Βεζούβιο, όπως το είχα ονομάσει) με Αγάπη και Ευγνωμoσύνη.

Ήτανε χάλκινο, βαρύ, με δυό “πιαστήρια” που είχαν επένδυση ξύλου σκαλιστού και τέσσερα ποδάρια από χυτοσίδηρο που καταλήγανε σε κεφάλια λιονταριών.

Με ζέστανε όλη την περίοδο της Kατοχής, αλλά και μετά πολλά χρόνια. Μου άρεσε να το ανάβω με δαδί και φρύγανα.

Να “γυρίζω” τα κάρβουνα με τη μασιά. Να σκεπάζω τη θράκα με χρυσόχαρτα για να “κρατήσει”. Να βάζω λεμονόφλουδες για να μοσκομυρίζει η κάμαρά μου και “να καθαρίζει ο αέρας” και -αφού τελείωνα τα μαθήματά μου στην θαλπωρή του- να ονειροπολώ με την ματιά μου απλανή στην λάμψη της θράκας που έσβυνε σιγά σιγά, βυθίζοντάς με σε μια νιρβάνα που μου προοιώνιζε έναν όμοφο, ήρεμο και γλυκύτατον ύπνο, κάτω από το πουπουλένιο πάπλωμα που μου είχε κάνει δώρο ο παπούς μου.

Τα καλοκαίρια δεν το ξέχναγα. Το γυάλιζα με μπράσσο μέχρι που αστραφτοκοπούσε!!!!

Το είχα συντροφιά μου από το 1939 έχρι το 1952 οπότε φύγαμε από το τριάρι με κήπο που κατοικούσαμε και αγοράσαμε μεγάλο διαμέρισμα σε πολυκατοικία με καλοριφέρ. Και τότε -μιαν αποφράδα ημέρα που ήμουνα σχολείο- η Θεία μου ΤΟ  ΠΟΥΛΗΣΕ σε έναν παλιατζή, ως άχρηστο πλέον. Έγινα έξω φρενών! Έψαξα μπάς και βρώ τον παλιατζή, αλλά ματαίως. Για πολύν καιρό δεν μίλαγα στη θεία μου, αλλά το κακό είχε γίνει. Καί τότε η πάντοτε πρακτική Μητέρα μου θέλησε να με νουθετήσει λέγοντας ότι στη Ζωή δεν πρέπει να δενόμαστε με τίποτε, ούτε με άψυχα πράγματα, ούτε κάν με ανθρώπους. Φυσικά στον χαρακτήρα μου ήταν “έπεα πτερόεντα”. Και το μαγκάλι μου δεν ξεχασα, και με την πρώτη -και μοναδικη- Αγάπη μου εξακολουθώ να είμαι ερωτευμένος!

Γιάννη Καλιωρή, σε Ευχαριστώ για την όμορφη ανάμνηση.

 

Κώστας Μπιζάνος