Χίλια εννιακόσια ογδόντα έξι. Το δεύτερο κύμα (για να είμαστε και στο κλίμα των ημερών…) της αγχώδους νεύρωσης βρίσκεται σχεδόν και πάλι στο αποκορύφωμά του. Και δεν φέρνει παρά άγχος, ανασφάλεια, αισθήματα κατωτερότητας, αισθήματα ενοχής, ιδεοληψία, υποχονδρία κ.ά.

Στη γειτονιά μου υπάρχει ένα ψιλικατζίδικο. Σήμερα είναι περισσότερα από πέντε αλλά 37 χρόνια πίσω είναι το μοναδικό-άλλωστε και όλη η ήσυχη γειτονιά γέμισε πολύβουους δρόμους και ακαλαίσθητες πολυκατοικίες. Το μικρό μαγαζί με τα ψιλικά δεν είναι μακριά-κάτι εκατοντάδες μέτρα. Αλλά υπάρχει ένα πρόβλημα. Στη μια πλευρά του δρόμου βρίσκεται ένα σχολείο-στο δημοτικό που τέλειωσα προστέθηκαν τώρα και τάξεις της δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης, δηλαδή συνομήλικοί μου. Αν όμως ένας άνθρωπος χωρίς ψυχολογικά προβλήματα περνάει με άνεση από κει, συναντώντας χαρωπά πρόσωπα και ένα πολύχρωμο μελίσσι, για μένα, τον ψυχαναγκαστικό Ρένο Μπαλή, αποτελεί ένα αβάσταχτο μαρτύριο: τα παιδιά μού φαίνονται εχθρικά, τα τρανταχτά γέλια τους έχω την αίσθηση πως είναι κοροϊδευτικά και αφορούν σε μένα και με αγωνία περιμένω να με φωνάξει κάποιο από τα παιδιά για να με ειρωνευτεί. Στην πραγματικότητα βέβαια δεν υπάρχει τέτοιο ζήτημα γιατί δεν διέφερα τότε (ακόμη) από έναν έφηβο, δεν είχα κάτι που να προκαλεί περιέργεια ή να είναι αστείο. Αλλά εγώ είμαι ο άνθρωπος των χιλίων προβλημάτων, είμαι εκείνος που τρέμει την απόρριψη, που κάθε τι που θα ακούσει θα το μεταφράσει σε βάρος του και θα γκρεμίσει ακόμη περισσότερο την ήδη πληγωμένη αυτοεκτίμησή μου.

Στη μέση της διαδρομής όμως υπάρχει μια πραγματική ευλογία: ένας μεγάλος, ολάνθιστος κήπος που στο βάθος διακρίνεις ένα μικρό σπιτάκι. Ενα καθιστικό, μια κουζίνα, ένα μπάνιο. Πρόκειται για την οικεία της αδερφής του παππού μου, της θείας Αμαλίας. Εκεί βρίσκεται το δικό μου ασφαλές καταφύγιο, το απάνεμο λιμανάκι μου. Στο σπίτι θα αντικρίσεις μια φιλική φιγούρα-παρά τις παραξενιές της-ένα αγαπημένο πρόσωπο της οικογένειάς μου, η τελευταία που έμεινε από επτά αδέρφια. Θα καθίσω στην κουζινίτσα που ίσα-ίσα μας χωράει και τους δύο και η Αμαλία θα μου προσφέρει το γλυκό κερασάκι που τόσο αγαπάω και κάποιο δροσιστικό αναψυκτικό. Εάν έχει ζέστη, θα κάτσουμε έξω κάτω από τη σκιά της κληματαριάς κι εγώ θα κρέμομαι από τα χείλη της, προσπαθώντας όσο μπορώ περισσότερο να ζήσω με την καρδιά μου αυτές τις ανεπανάληπτες στιγμές ασφάλειας που μου προσφέρει τόσο απλόχερα η θεια μου. Κάποτε, ρίχνω και κλεφτές ματιές προς το σχολείο που τόσο φοβάμαι και απεχθάνομαι. Αλλά μας χωρίζει ένας μακρύς κήπος και ίσα που ακούω τις ενοχλητικές φωνές. Εγώ νιώθω σαν πεντάχρονο που θέλει να απολαύσει τη φιλόξενη αυλή, που ζητά να τρέξει μέσα από τις ανθισμένες τριανταφυλλιές, που δεν έχει άλλες σκοτούρες και αδιαφορεί για τα πειράγματα, τις ειρωνείες και το δούλεμα των μικρών αυτών… διαβόλων. Συγγενείς ρωτάνε με πονηριά τι κάνει ο Ρένος στη θεία Αμαλία σχεδόν σε καθημερινή βάση; Και υποψιάζονται πως θέλω να μου γράψει το μικρό της σπιτάκι. Πολύ πεζή εξήγηση για έναν έφηβο που πολεμάει την ιδεοψυχαναγκαστική διαταραχή και αδιαφορεί παντελώς για τα κληρονομικά…

Με τον καιρό άρχισα να ξεπερνάω τους φόβους μου και μπορούσα πια να περάσω μπροστά από το σχολείο. Το ασφαλές μου καταφύγιο μετατράπηκε σε αυτό που ήταν πάντοτε: ένα μικρό σπίτι μιας ηλικιωμένης κυρίας. Η θεία έχανε σιγά-σιγά τα λογικά της, είχε και το ζάχαρο που την ταλαιπωρούσε, ήταν απρόσεκτη και το 1992, ενώ υπηρετούσα στο Πολεμικό Ναυτικό έμαθα για τον χαμό της και δεν μπόρεσα να τη συνοδεύσω στην τελευταία της κατοικία. Το «σπίτι στο λιβάδι» πωλήθηκε μετά τον θάνατό της και οι στενοί συγγενείς μοιράστηκαν τα χρήματα. Δεν θυμάμαι πότε γκρεμίστηκε και πότε εμφανίστηκε μια τριώροφη κατοικία στη θέση του. Αλλωστε όλα αυτά τον Ρένο του 1990 δεν τον ενδιέφεραν πλέον. Περνώντας απλώς μπροστά από το καινούργιο οίκημα μου έρχεται ένας κόμπος στον λαιμό, αφού το εν λόγω οικόπεδο το έχω συνδέσει με τις πιο γλυκές αναμνήσεις από την εφηβεία μου. Το απάγκιο μου δεν υπάρχει πια και μοιάζει σαν να ήταν αχρείαστο πλέον στον πενηντάρη κ. Μπαλή. Που όσα χρόνια κι αν περάσουν δεν θα ξεχάσει ποτέ το μέρος που φώλιαζε και ξεχνούσε τα ανυπόφορα ψυχολογικά του προβλήματα…

ΡΕΝΟΣ ΜΠΑΛΗΣ