Δεν πίνω. Το αλκοόλ ποτέ δεν μου άρεσε ιδιαίτερα. Αλλά, για μια φορά, εφάρμοσα ό,τι μου είχε πει ένας ξάδερφός μου όταν παρατήρησα πως είναι πιωμένος: «Ηπια ακριβώς όσο έπρεπε…». Και, δυστυχώς, ξεκινώντας άλλη μια περίπτωση ενδιαφέροντος για το άλλο φύλο, απαιτούσε κι εγώ να πιω όσο έπρεπε. Αλλά επειδή ακριβώς δεν γνώριζα τα όρια μου μάλλον το παράκανα και βρέθηκα την επομένη στο Ναυτικό Νοσοκομείο με σοβαρότατο πρόβλημα στο στομάχι. Θυμάμαι ότι μου έκαναν έξι ενέσεις με αντιεμετικά για να σταματήσω να ξερνάω-το στομάχι μου πλέον ήταν άδειο και έβγαζα τη χολή μου!

Η αιτία για όλα αυτά λεγόταν «Σύνθια». Η Σύνθια έμενε στο Αίγιο και ήταν μια εντυπωσιακή, ψηλή, μελαχρινή κοπέλα που μου… γυάλισε τη Μεγάλη Εβδομάδα του 1993 σε μπαράκι που η αχλύς του χρόνου… σκέπασε το όνομά του και δεν το θυμάμαι. Αν μου έμαθαν κάτι οι επισκέψεις μου-κάθε Πάσχα-στο Αίγιο ήταν πως ο μεγαλύτερος σαματάς στα κλαμπ και στα μπαράκια γινόταν τη Μ. Πέμπτη και τη Μ. Παρασκευή το βράδυ. (Αντιθέτως, το Μ. Σάββατο, όλοι σκασμένοι στο φαϊ όλα ήταν κλειστά, για να συνεχιστεί η κραιπάλη το Πάσχα το βράδυ.)

Με το που έκανε τη (λαμπερή) εμφάνισή της η Σύνθια, το ραντάρ του Ρένου έπιασε δουλειά. Παρατηρούσα τις κινήσεις της, το λίκνισμά της, τον χορό της και τη (γυναικο)παρέα της. Σαφώς η Σύνθια ξεχώριζε και νομίζω πως το αντιλαμβανόταν και η ίδια. Και, όπως ήταν αναμενόμενο, ξεκίνησα να σκέφτομαι την ασυνήθιστη ατάκα που θα της έλεγα για να σπάσει ο πάγος. Δυστυχώς η μνήμη μου με προδίδει. Δεν θυμάμαι πώς έμαθα το όνομά της. Επίσης διέγνωσα μια σχετική αδιαφορία-δεν πρόσεξα κανένα σημάδι πάνω της που να μαρτυράει ότι μπορεί και να της προκαλούσα έστω ένα μικρό ενδιαφέρον. Αλλά όταν άνοιξε την πόρτα για να φύγει, μπροστά στις φίλες της, έτρεξα από πίσω και τη ρώτησα ευθέως πότε θα μπορούσα να την ξαναδώ. Και κάπως έτσι ανανεώσαμε το ραντεβού μας κανονίζοντας να βρεθούμε τη Δευτέρα του Πάσχα, που επειδή έπεφτε αργά ήταν του Αγ. Γεωργίου.

Υπηρετώντας ίσως και στην καλύτερη θέση στο Πολεμικό Ναυτικό, δεν χρειαζόταν να μείνω μέσα κανένα βράδυ. Κι έτσι, τη Δευτέρα το απόγευμα, με παρέα τον φίλο μου τον Γιάννη Μ., ξεκινήσαμε για το κοντινό ταξίδι μας στην Αχαϊα. Δεν είχα την παραμικρή αγωνία γιατί όπως σας εξήγησα προηγουμένως δεν περίμενα τίποτα καλό από αυτή την υπόθεση-το ταξίδι και μόνο αυτό ήταν που μετρούσε… Κάποια στιγμή κι ενώ είχε βραδιάσει φθάσαμε και… πήραμε θέση για τη μάχη στο γνωστό μπαράκι, στον κεντρικό δρόμο του Αιγίου. Είπα να πιω λίγο για να ξεπεράσω το φυσιολογικό τρακάρισμά μου, αλλά κάποιος από την παρέα λεγόταν Γιώργος και άρχισε να κερνάει βότκα σφηνάκια σκέτα. Εν τω μεταξύ έκανε την εμφάνισή της και η Σύνθια, δείχνοντας την ίδια αρνητική αντίδραση με την προηγούμενη φορά. Καθισμένος στην μπάρα και πλέον πίνοντας για να ξεχάσω, έπιασα ψιλή κουβέντα με μια φίλη της. Αυτή η κοπέλα έδειχνε κάποια, έστω αμυδρά, στοιχεία ενδιαφέροντος. Αποδείχθηκε πως ήταν η πιο ακατάλληλη ώρα για κουβεντολόι, αφού το γεμάτο βότκα στομάχι μου άρχισε να διαμαρτύρεται και… απέθεσα το περιεχόμενό του στο πάτωμα. Ο φίλος μου ο Γιάννης με έβγαλε έξω άρον-άρον για να πάρω αέρα αλλά είχα κι άλλο ποτό να βγάλω…

Δεν θυμάμαι αν η Σύνθια ήταν μπροστά στο ρεζιλίκι μου αλλά ούτε και με ενδιέφερε πια. Σηκωθήκαμε και πήγαμε σε άλλο κλαμπάκι με τον Γιάννη, όπου φυσικά δεν ήπια ούτε νερό. Και λίγο αργότερα, εξουθενωμένος από το μεθύσι και τις συνέπειές του, κινήσαμε ενώ γλυκοχάραζε για την Αθήνα. Εκεί μόλις ανοίγανε οι καφετέριες στην πλατεία και είχα άλλη φαεινή έμπνευση να πιω θεονήστικος έναν φραπέ. Χωρίς να έχω κοιμηθεί ούτε λεπτό, εξαντλημένος, μεταφέρθηκα από τον πατέρα μου στο Ναυτικό Νοσοκομείο, στο οποίο επέστρεψα και το απόγευμα με παραπλήσια συμπτώματα.

Τη Σύνθια δεν την είδα ξανά.

ΡΕΝΟΣ ΜΠΑΛΗΣ