Στις 30 Νοεμβρίου του 1948, Κυριακή πρωί, 13 χλμ. ΝΔ της Αδελαΐδας της Αυστραλίας, δύο άνδρες που έκαναν ιππασία βρήκαν στην παραλία έναν άνδρα νεκρό. Ηταν ξαπλωμένος, ακουμπώντας στα βράχια. Είχε ένα τσιγάρο στο αφτί του και ένα άλλο, μισοσβησμένο επάνω στον γιακά του. Είχε ένα αιμάτωμα στο αφτί του και ένα στο λαιμό του, που μπορεί να είχαν προκληθεί μετά θάνατον. Δεν έφερε σημάδια κακοποίησης και ήταν απλά σαν να πέθανε μέσα στον ύπνο του. Η αστυνομία βρήκε στις τσέπες του εισιτήρια για το τρένο και τα αυτοκίνητα, που δεν είχαν χρησιμοποιηθεί ποτέ, καραμέλες που κυκλοφορούσαν μόνο στις ΗΠΑ και ένα κουτί με τσιγάρα, διαφορετικά απ’ αυτά που αναγράφονταν στο κουτί.

Εκτός απ’ αυτά δεν είχε τίποτε άλλο μαζί του, ούτε ταυτότητα, ούτε διαβατήριο, ούτε οτιδήποτε θα βοηθούσε στην αναγνώρισή του. Ηταν λευκός, 40-45 ετών περίπου και έμοιαζε περισσότερο Βρετανός, παρά Αυστραλός, όπως είπαν οι αστυνομικοί. Είχε ανοιχτόχρωμα, μελιά μάτια και ξανθοκόκκινα μαλλιά, σχετικά μακριά, χτενισμένα προς τα πίσω. Η μόδα εκείνη την εποχή στην Αυστραλία ήταν η χωρίστρα στο πλάι. Δεν ήταν ψηλός, ήταν γύρω στο 1,60 μ., αδύνατος σε πολύ καλή φυσική κατάσταση. Ο ιατροδικαστής που τον εξέτασε, είπε πως είχε φαρδιές πλάτες και λεπτή μέση, δυνατές γάμπες, μεγάλες καμάρες στα πόδια και τα δάχτυλα των ποδιών έγερναν προς τα μέσα, όπως συνάδουν σε αθλητές ή χορευτές. Τα χέρια του έδειχναν ότι δεν έκανε χειρωνακτική εργασία.

Φορούσε άσπρο πουκάμισο, ριγέ γραβάτα, καφέ παντελόνι και παπούτσια και γκρι παλτό. Γραβάτα και παντελόνι ήταν κατά πάσα πιθανότητα αγορασμένα στις ΗΠΑ, αλλά τα ταμπελάκια των ρούχων είχαν αφαιρεθεί. Η αστυνομία πήρε τα δακτυλικά του αποτυπώματα, αλλά χωρίς αποτέλεσμα.

Ο άντρας έπασχε από μια πάθηση των δοντιών που συναντάται στο 1 – 2% του πληθυσμού και είχε πολλά σφραγίσματα και γέφυρες, όμως δεν είχε χαρακτηριστικά που να παραπέμπουν σε οδοντιάτρους της Αυστραλίας ή άλλης χώρας.

Ο ιατροδικαστής υπολόγισε πως ο άντρας πέθανε τα ξημερώματα της 1ης Δεκεμβρίου. Επίσης διαπίστωσε ότι η σπλήνα του ήταν τριπλάσια από το φυσιολογικό. Στο στομάχι του υπήρχε αχώνευτο φαγητό μαζί με αίμα, που υπήρχε και στα νεφρά και στο συκώτι. Ολα έδειχναν ότι είχε πάθει γαστρορραγία από κάποιο φάρμακο ή δηλητήριο, που όμως δεν ανιχνεύθηκαν στο αίμα του. Επίσης, όταν κάποιος δηλητηριάζεται, προκαλείται εμετός, που όμως δεν βρέθηκε πουθενά.

Τις επόμενες μέρες πολλοί μάρτυρες πήγαν στην αστυνομία και δήλωσαν πως αργά το βράδυ της 30 Νοεμβρίου είχαν δει έναν άντρα, που έμοιαζε στον συγκεκριμένο, να περπατάει στην παραλία, ενώ άλλοι τον είδαν να κάθεται στο σημείο που βρέθηκε. Το 1959, ένας μάρτυρας ανέφερε ότι είχε δει το βράδυ έναν καλοντυμένο άντρα να κουβαλάει έναν άλλον.

Στις 14 Ιαν. 1949, στον σιδηροδρομικό σταθμό της Αδελαΐδας βρέθηκε μια βαλίτσα με χρονολογία 30 Νοεμβρίου. Οι αστυνομικοί βρήκαν ανάμεσα στα πράγματα, και μια κουβαρίστρα. Το είδος της κλωστής της πωλούνταν μόνο στις ΗΠΑ. Επίσης, με την ίδια κλωστή ήταν ραμμένο ένα από τα κουμπιά του παντελονιού του άνδρα του Σόμερτον, οπότε σχεδόν σίγουρα η ήταν η βαλίτσα του, επίσης έλειπαν κι εδώ τα ταμπελάκια από τα ρούχα. Σε μια σακούλα καθαριστηρίου βρέθηκε γραμμένο το όνομα Τ. ΚΕΑΝΕ, αλλά δεν υπήρχε αυτό το επίθετο στην Αυστραλία ή αλλού.

Τον Ιούνιο του 1949 η αστυνομία συνέταξε έκθεση, όπου υπήρχε το συμπέρασμα ότι μάλλον το πτώμα είχε μεταφερθεί από αλλού και πιθανόν του είχαν αλλάξει ρούχα.

Ενας γιατρός σε τηλεοπτική εκπομπή, αρκετά χρόνια μετά, είπε πως υπάρχουν θανατηφόρα φάρμακα, μη ανιχνεύσιμα σε αιματολογική εξέταση. Μάλιστα, ένα απ’ αυτά προκαλεί εσωτερική αιμορραγία καθώς και διόγκωση των οργάνων.

Στα τέλη Ιουνίου 1949, ο άντρας του Σόμερτον θάφτηκε στο νοσοκομείο της Αδελαΐδας. Για αρκετά χρόνια μετά, κάποιος άγνωστος άφηνε λουλούδια στον τάφο του.

Σε δεύτερη εξέταση των ρούχων, η αστυνομία ανακάλυψε στο κουμπί που είχε ραφτεί στο εσωτερικό του παντελονιού, ένα διπλωμένο χαρτάκι που έγραφε: “Tamam Shud”. Η φράση που σημαίνει: «Τετέλεσται», είχε σκιστεί από το βιβλίο του Ομάρ Καγιάμ «Rubayiat». Η αστυνομία δημοσιοποίησε το εύρημα και στις 22 Ιουλίου, ένας άντρας πήγε στην αστυνομία το συγκεκριμένο αντίτυπο, που το βρήκε πεταμένο μέσα στο αυτοκίνητό του. Τα βιβλίο ταυτοποιήθηκε. Μέσα σ’ αυτό υπήρχαν γραμμένα πολλά γράμματα, που δεν μπόρεσαν να τα αποκρυπτογραφήσουν οι ειδικοί.

Στο βιβλίο υπήρχαν και δύο αριθμοί τηλεφώνων, μιας τράπεζας και μιας γυναίκας που ζούσε 400 μ. μακριά, από το σημείο που βρέθηκε ο άντρας. Κάλεσαν τη γυναίκα στην αστυνομία, όπου είχαν φτιάξει ομοίωμα του Σόμερτον. Εκείνη ταράχτηκε πολύ, αλλά επέμενε πως δεν είχε ανάμειξη στην υπόθεση.

Η γυναίκα πέθανε το 2007. Η κόρη της δήλωσε πως η μητέρα της γνώριζε τον Σόμερτον και πως είχε ικανότητες και γνώσεις (π.χ. ήξερε ρωσικά), που ποτέ δεν έμαθαν πώς αποκτήθηκαν. Μήπως ήταν κατάσκοπος;

Οι περισσότεροι πίστευαν πως και ο άντρας του Σόμερτον ήταν κατάσκοπος, γι αυτό και έλειπαν τα ταμπελάκια των ρούχων του.

Το 2009, ο καθηγητής – ερευνητής Κάμποτ είπε πως πιθανότατα ο γιος της γυναίκας ήταν γιος του Σόμερτον. Οταν βρέθηκε το πτώμα, ο γιος ήταν ενός έτους. Εγινε αργότερα χορευτής, όπως ο Σόμερτον.

Μήπως η γυναίκα τον δηλητηρίασε, αφού ως νοσοκόμα είχε πρόσβαση σε φάρμακα; Η μήπως αυτή άφηνε τα λουλούδια στον τάφο του;

Εβδομήντα τρία χρόνια μετά, η ταυτότητα του άντρα του Σόμερτον και ο τρόπος του θανάτου του παραμένουν άλυτα μυστήρια.

(Πηγή: You Tube)