Από την αρχή του ιερού αγώνα, το Μεσολόγγι είχε χαρακτηρισθεί από τους Ελληνες ως τόπος, του οποίου η κατοχή τούς ήταν απαραίτητη, για να αντιμετωπίζουν τις τουρκικές επιδρομές στη Δυτική Ελλάδα. Κι αυτό γιατί η πόλη αυτή είχε πολλά στρατηγικά πλεονεκτήματα.

Χτισμένη στο βάθος ενός κόλπου με ρηχά νερά, του οποίου η άκρη ενωνόταν με μια αλυσίδα μικρών νησιών, παρουσίαζε μεγάλη ευκολία στους εφοδιασμούς, που γίνονταν από τις τολμηρές και ευκίνητες μονάδες του ελληνικού ναυτικού, ενώ οι βαριές και δυσκίνητες μονάδες του τουρκικού στόλου δεν μπορούσαν να πλησιάσουν περισσότερο από τρία μίλια. Επειτα η θέση του ανάμεσα στον Μοριά και στα νησιά του Ιονίου, του έδινε την ευχέρεια να ενισχύεται και από τα δύο αυτά μέρη. Και τέλος, γιατί προστατευόταν σ’ όλη την περιφέρειά του από ένα χαντάκι δύο μέτρα πλάτος και ένα μέτρο βάθος, καθώς και από ένα προκάλυμμα οχυρωμένο με 14 κανόνια.

Στις 26 Οκτωβρίου του 1822, ο Ομέρ Βρυώνης και ο Κιουταχής στρατοπέδευσαν έξω από το Μεσολόγγι με είκοσι χιλιάδες στρατό και ισχυρό πυροβολικό. Ταυτόχρονα, ο Γιουσούφ πασάς, το απέκλεισε από τη θάλασσα με τρία πλοία. Στην ηρωική πόλη βρισκόταν τότε ο Μάρκος Μπότσαρης και ο Πρόεδρος της Ελληνικής Κυβέρνησης Αλέξανδρος Μαυροκορδάτος, με τριακόσια εξήντα παλικάρια, εφοδιασμένα με τροφές που μόλις επαρκούσαν για ένα μήνα.

Οι δυο πασάδες, αφού επί 48 ώρες βομβάρδισαν αδιάκοπα την πόλη, πρότειναν στους υπερασπιστές της, να παραδοθούν με ευνοϊκούς όρους. Εκείνοι, για να κερδίσουν χρόνο, άρχισαν διαπραγματεύσεις, οι οποίες κράτησαν ως τις οκτώ Νοεμβρίου, οπότε έφτασε ο στόλος της Υδρας, και βύθισε ένα τουρκικό πολεμικό. Τα υπόλοιπα έφυγαν τρομοκρατημένα, και τότε ο Υδραίικος στόλος εφοδίασε τους πολιορκημένους με άφθονα τρόφιμα, και αποβίβασε επικουρίες από χίλιους εφτακόσιους Μοραΐτες, με αρχηγούς τον Πετρόμπεη, τον Ανδρέα Ζαΐμη και τον Κανέλλο Δεληγιάννη. Οταν οι πολιορκημένοι Ελληνες εφοδιάστηκαν και ενισχύθηκαν, έγραψαν στον Κιουταχή που περίμενε απάντηση στις προτάσεις του:

-Αν θέλεις τον τόπο μας, έλα να τον πάρεις.

Οργισμένος από την απάντηση ο πασάς, άρχισε πάλι σφοδρό βομβαρδισμό. Στο μεταξύ όμως, είχαν σταλεί στους πολιορκημένους τρόφιμα και πολεμοφόδια από τα Επτάνησα.

Επίσης, αποβιβάστηκαν χίλιοι ακόμη Μοραΐτες και σημαντικές δυνάμεις από τη Ρούμελη με τον Μακρή και τον Τσόγκα. Ενισχυμένοι πλέον οι πολιορκημένοι, επιχείρησαν έξοδο. Στις 28 Νοεμβρίου, με τα σπαθιά στα χέρια, έδιωξαν τους Τούρκους από τα χαρακώματά τους.

Τη νύχτα της παραμονής των Χριστουγέννων, ο Ομέρ Βρυώνης έκανε γενική επίθεση, στην οποία κατατροπώθηκε. Αναγκάστηκε να υποχωρήσει, αφήνοντας πίσω του πεντακόσιους νεκρούς και δώδεκα σημαίες. Οι Ελληνες είχαν μόνο δύο νεκρούς και τέσσερις τραυματίες. Τελικά, οι γενναίοι υπερασπιστές του Μεσολογγίου πήδηξαν έξω από τα τείχη και καταδίωξαν τους Τούρκους μέχρι την Αρτα. Δύο χρόνια πέρασαν από τότε και κανείς δεν τόλμησε να ταράξει την ησυχία της ηρωικής αυτής πόλης. Ομως, στις αρχές του 1825, ο σουλτάνος κάλεσε τον Κιουταχή πασά και τον διόρισε αρχηγό του στρατού της Ρούμελης. Μαζί με τον διορισμό όμως του ανακοίνωσε και την τρομερή του απόφαση:

-Το Μεσολόγγι ή το κεφάλι σου!

Ετσι ο Κιουταχής ξαναγύρισε με μεγάλες δυνάμεις στρατού και ισχυρό πυροβολικό, αποφασισμένος να κυριεύσει οπωσδήποτε το Μεσολόγγι.

Στην ηρωική πόλη υπήρχαν τότε τρεις χιλιάδες παλικάρια, με αρχηγούς τον Νότη Μπότσαρη, τον Στουρνάρη, τον Μακρή, τον Δήμο Τσέλιο και άλλους. Τη νύχτα, της 28ης Απριλίου, άρχισε ο βομβαρδισμός από το τουρκικό πυροβολικό, που συνεχίστηκε αδιάκοπα μέχρι τα ξημερώματα. Σταμάτησε με το φως της μέρας για να συνεχιστεί σφοδρότερος την επόμενη νύχτα. Για έναν ολόκληρο μήνα, τα τουρκικά πυροβόλα έλουζαν κάθε νύχτα με το καυτό τους σίδερο, το Μεσολόγγι. Αλλά και στους πολιορκημένους έφταναν τακτικά εφόδια και ενισχύσεις. Ετσι, τα παλικάρια που κλείστηκαν στο Μεσολόγγι έφτασαν σχεδόν τις πέντε χιλιάδες και το ηθικό τους ήταν άριστο.

Τη νύχτα της 7ης Μαΐου, έφτασε στο λιμάνι το ελληνικό πολεμικό «Λεωνίδας», με τροφές και πολεμοφόδια για τους πολιορκημένους. Την ίδια εποχή, ο Κιουταχής ανακάλυψε το πέρασμα του υδραγωγείου και το κατέστρεψε. Φάνηκε για λίγο ότι αυτό θα έφερνε τους Ελληνες σε δύσκολη θέση, και ότι η έλλειψη νερού θα τους ανάγκαζε να συνθηκολογήσουν. Εκείνοι όμως, έσκαψαν γρήγορα πηγάδια και βρήκαν αρκετό νερό. Ετσι ξέφυγαν από τον κίνδυνο.

Υστερα απ’ αυτό, ο Κιουταχής έχασε κάθε ελπίδα και, στις 8 Ιουνίου αποτόλμησε νυχτερινή επίθεση από το μέρος της λιμνοθάλασσας. Ενα τμήμα τουρκικού στρατού κατόρθωσε να πλησιάσει στις θέσεις των ελληνικών πυροβόλων. Οι Τούρκοι ετοιμάζονταν να περάσουν στο προκάλυμμα , όταν τους είδαν οι Ελληνες, που τους επιτέθηκαν, και τους ανάγκασαν να οπισθοχωρήσουν, εγκαταλείποντας πολλούς νεκρούς, τραυματίες και λάφυρα. Στο μεταξύ έφτασαν ενισχύσεις με τον Κοντογιάννη και τον Λάμπρο Βέικο. Μαζί τους ήρθαν και πολλοί φιλέλληνες.

(Συνεχίζεται)