Ο Ιμπραήμ, ο αιγύπτιος στρατάρχης, μετά τη σθεναρή αντίσταση των πολεμιστών του Μεσολογγίου, κατάλαβε πως βιάστηκε να χαρακτηρίσει «φράχτη» το Μεσολόγγι. Δεν συνήθιζε όμως να υποχωρεί. Αποφάσισε να εντείνει την πολιορκία και να επιτεθεί από τη θάλασσα. Εφερε από την Πάτρα σχεδίες και άλλα ρηχά πλοία. Φόρτωσε σ’ αυτά τρεις χιλιάδες επίλεκτους στρατιώτες και επιτέθηκε μ’ αυτούς στο Βασιλάδι, που είναι το κλειδί της λιμνοθάλασσας. Η μικρή φρουρά του νησιού, που τόσες φορές αντιμετώπισε αποτελεσματικά τις επιθέσεις των Τούρκων, δεν κατόρθωσε να αντέξει την ορμή των Αιγυπτίων. Ετσι, το Βασιλάδι έπεσε στα χέρια του Ιμπραήμ. Λίγες ώρες αργότερα έπεφτε στα χέρια του και το νησάκι του Ντολμά.

Ο Ιμπραήμ όμως δεν έμεινε ικανοποιημένος από τις επιτυχίες αυτές. Στις 24 Μαρτίου, έστειλε δύο χιλιάδες άντρες από τον στρατό του Κιουταχή, με εντολή να καταλάβουν την Κλείσοβα, το τελευταίο νησάκι της λιμνοθάλασσας. Ομως ο Κίτσος Τζαβέλλας, που παρακολουθούσε από τη στεριά τις επιθέσεις των Τούρκων, αντελήφθη τον σκοπό τους και, με δέκα μόνο παλικάρια του, ρίχτηκαν με τα σπαθιά στο χέρι, στη λιμνοθάλασσα. Σε λίγο, τον ακολούθησαν και άλλοι. Η φρουρά της Κλείσοβας, εκατόν είκοσι γενναίοι, ξεθαρρεύοντας από τη βοήθεια του Τζαβέλλα, απέκρουσαν όλες τις επιθέσεις του Κιουταχή. Το μεσημέρι, αποτόλμησαν αντεπίθεση και κατατρόπωσαν τον εχθρό. Στην επιχείρηση αυτή, οι Τούρκοι είχαν πολλούς νεκρούς και πληγωμένους. Τραυματισμένος ήταν και ο Κιουταχής, από μια σφαίρα στο πόδι. Η Κλείσοβα, για τη ώρα, είχε σωθεί.

Ο Ιμπραήμ έγινε έξω φρενών από τη νέα αυτή αποτυχία, αλλά δεν υποχώρησε. Πήρε τρεις χιλιάδες Αιγυπτίους, μπήκε ο ίδιος μπροστά, και επιχείρησε νέα επίθεση κατά της Κλείσοβας. Ο Τζαβέλλας με τα παλικάρια του, τους άφησαν να πλησιάσουν και κατόπιν τους θέρισαν με τα καριοφίλια τους. Εκείνοι δείλιασαν και άρχισαν να υποχωρούν. Τους συγκράτησε όμως με τη βία και την προσωπική του παλικαριά ο Ιμπραήμ, που τράβηξε το σπαθί του και ρίχτηκε στον Τζαβέλλα. Εκείνος τον αντιμετώπισε παλικαρίσια. Η μάχη κράτησε ολόκληρη την ημέρα. Χιλιάδες κορμιά πληγωμένων αργοσάλευαν στα νερά της λιμνοθάλασσας. Μόνο όταν άρχισε να νυχτώνει, ο Ιμπραήμ αποφάσισε να ξαναγυρίσει στη βάση του, αφού τα νερά της λιμνοθάλασσας, γύρω από την Κλείσοβα, είχαν γίνει κατακόκκινα από το αίμα των στρατιωτών του. Σε δύο χιλιάδες άντρες υπολογίζονται οι απώλειες του Ιμπραήμ κατά τη μάχη αυτή. Από τους Ελληνες σκοτώθηκαν τριάντα πέντε και λαβώθηκαν εξήντα.

Παρ’ όλες όμως αυτές τις επιτυχίες τους, καινούριος εχθρός πρόβαλε αμείλικτος και απειλούσε τους ηρωικούς πολιορκημένους. Ο εχθρός αυτός ήταν η πείνα. Από τις αρχές Μαρτίου, η τροφή είχε ελαττωθεί στο μισό και, ύστερα από μερικές ημέρες, έλειψε εντελώς. Και τότε οι πολιορκημένοι άρχισαν να τρέφονται με σκύλους, γάτες, ποντίκια και ξερά δέρματα, που τα έβραζαν και έπιναν το ζουμί τους, προσπαθώντας με αυτόν τον τρόπο να ξεγελάσουν την πείνα τους. Κάθε μέρα, η κατάσταση χειροτέρευε. Ο Ιμπραήμ την παρακολουθούσε με ικανοποίηση. Ωστόσο, δεν τολμούσε να επιχειρήσει έφοδο. Είχε πάντα στον νου του την αποτυχία στην Κλείσοβα, όπου είχε τρομακτικές απώλειες και κινδύνευσε και ο ίδιος. Προτίμησε να τους προτείνει να παραδοθούν. Στις 10 Μαρτίου, έστειλε τους όρους του, βέβαιος πως αυτή τη φορά θα τους δεχτούν, γιατί ήταν πολύ ευνοϊκοί, για την απελπιστική κατάσταση στην οποία βρίσκονταν. Τους πρότεινε να βγουν όλοι με τα όπλα, τις οικογένειές τους και την κινητή τους περιουσία. Θα μπορούσαν να πάνε όπου ήθελαν, χωρίς να τους ενοχλήσει κανείς. Σε δύο ημέρες ο Ιμπραήμ πήρε την απάντηση, που την είχαν υπογράψει όλοι οι πρόκριτοι και οι οπλαρχηγοί. Ηταν σαφής και ολιγόλογη: «Πεθαίνουμε μα δεν προσκυνάμε», του έγραψαν. Ο Ιμπραήμ έμεινε κατάπληκτος. Δεν περίμενε ποτέ τέτοια απάντηση.

Ωστόσο η κατάσταση δεν μπορούσε να διαρκέσει περισσότερο. Επρεπε να παρθεί μια απόφαση. Βοήθεια δεν περίμεναν από πουθενά. Την Κλείσοβα, που είχε στοιχίσει τόσο κόπο και αίμα, είχαν αναγκαστεί να την εγκαταλείψουν. Ο Μιαούλης, έκανε στις 25 Μαρτίου, μια απόπειρα να λύσει την πολιορκία. Ομως, ύστερα από άκαρπες προσπάθειες δέκα ημερών, αναγκάστηκε να φύγει στις 4 Απριλίου. Τώρα, όλα τα φαγώσιμα είχαν τελειώσει. Οι θάνατοι από πείνα γίνονταν κάθε μέρα και περισσότεροι. Για παράδοση όμως δεν ήθελαν ούτε να το σκεφτούν. Ο Ιμπραήμ τους έκανε πρόταση για δεύτερη φορά, αλλά την απέρριψαν, όπως και την πρώτη. Αλλη λύση δεν απέμενε παρά η έξοδος. Και αυτή αποφασίστηκε.

(Συνεχίζεται)