Μετά την απόρριψη από ελληνικής πλευράς και της δεύτερης πρότασης του Ιμπραήμ, δεν απόμενε παρά η έξοδος. Και αυτή αποφασίστηκε.

Συγκεντρώθηκαν οι πολιτικοί και οι στρατιωτικοί αρχηγοί για να συζητήσουν τις λεπτομέρειες της εξόδου. Εγινε πρώτα απογραφή του πληθυσμού. Βρέθηκαν περίπου εννιά χιλιάδες. Απ’ αυτούς όμως, μόνο τρεις χιλιάδες ήταν σε θέση να κρατήσουν όπλα. Οι υπόλοιποι ήταν πληγωμένοι, γέροι και γυναικόπαιδα. Η έξοδος αποφασίστηκε για τις 10 Απριλίου. Εστειλαν γράμμα στον Καραϊσκάκη και του ζήτησαν να επιτεθεί στους Τούρκους, όταν του έδιναν σύνθημα, για να φέρει αντιπερισπασμό. Και πάνω στη σύγχυση της μάχης, εκείνοι θα προσπαθούσαν να βγουν από το Μεσολόγγι και να ξεφύγουν.

Καταστρώθηκε και το σχέδιο της απεγνωσμένης αυτής επιχείρησης. Θα μοιράζονταν σε δύο σώματα. Το ένα θα βάδιζε κατά του Κιουταχή και το άλλο θα χτυπούσε τον Ιμπραήμ. Οσοι θα κατόρθωναν να ξεφύγουν από τον εχθρικό κλοιό, θα συγκεντρώνονταν στο αμπέλι του Κότσικα, κοντά στον άγιο Συμιό, μισή ώρα έξω από την πόλη. Κάποιος Βούλγαρος όμως, πρόδωσε το σχέδιο στον Ιμπραήμ, και εκείνος τοποθέτησε στο σημείο απ’ όπου θα γινόταν η έξοδος, ισχυρές δυνάμεις ιππικού και πυροβολικού.

Ακριβώς τα μεσάνυχτα ακούστηκαν πυκνοί πυροβολισμοί. Ηταν το σύνθημα που είχαν συμφωνήσει με τον Καραϊσκάκη. Οι πολιορκημένοι νόμισαν πως ο αρχιστράτηγος της Ρούμελης χτυπά τους Τούρκους, και ξεχύθηκαν προς την έξοδο. Οι πυροβολισμοί όμως που ακούστηκαν, ήταν τέχνασμα του Ιμπραήμ. Και μόλις οι ταλαίπωροι έγκλειστοι του Μεσολογγίου ξεπήδησαν από το τείχος, δέχτηκαν τα πυρά από τα πυροβόλα που είχαν στήσει εκεί. Τρομερή σύγχυση και αταξία δημιουργήθηκε. Κανένας δεν ήξερε τι να κάνει. Αλλοι έτρεχαν προς τα έξω και άλλοι υποχωρούσαν προς τα τείχη. Και ανάμεσα στους θρήνους και την αλλοφροσύνη, μια δυνατή φωνή υπερίσχυσε: «πίσω… πίσω…».

Κανείς δεν ξέρει ποιος ήταν αυτός που έδωσε αυτή τη διαταγή. Πάντως αρκετοί απ’ όσους την άκουσαν, υποχώρησαν και ξαναμπήκαν στην πόλη. Οι υπόλοιποι έσπασαν την τουρκική ζώνη και προχώρησαν. Είχαν περπατήσει σχεδόν τρία χιλιόμετρα, όταν δέχτηκαν επίθεση από το ιππικό. Πάλεψαν απεγνωσμένα και τελικά κατόρθωσαν να ανατρέψουν τους Τούρκους. Οσοι γλύτωσαν από το μακελειό του εχθρικού ιππικού, τράβηξαν προς το αμπέλι του Κότσικα, που είχε οριστεί για τη συνάντηση. Αλλά και εκεί, καινούρια συμφορά τούς περίμενε. Επεσαν σε ενέδρα των Τουρκαλβανών, που είχε τοποθετήσει ο Ιμπραήμ, ο οποίος γνώριζε το σχέδιό τους. Ταμπουρώθηκαν εκεί όπως μπόρεσαν και πάλεψαν απεγνωσμένα.

Από τις 3.000 που αποτελούσαν την ηρωική φρουρά του Μεσολογγίου, μόλις οι μισοί κατόρθωσαν να σωθούν. Με αφάνταστες στερήσεις και κακουχίες, συνέχισαν τον Γολγοθά τους. Εξακόσιοι πέθαναν στο δρόμο, και από κείνους που τελικά σώθηκαν, άλλοι έφτασαν στα Σάλωνα και άλλοι στο Ναύπλιο.

Οσοι δεν μπόρεσαν να ακολουθήσουν την ηρωική έξοδο, οι άρρωστοι, οι πληγωμένοι, οι γέροι και τα γυναικόπαιδα, οπλίστηκαν με ό,τι βρήκαν πρόχειρο στα ερειπωμένα σπίτια και πάλεψαν όσο άντεξαν. Τελικά όμως, κανένας δεν γλύτωσε από το μαχαίρι του αφηνιασμένου τουρκοαιγυπτιακού στρατού. Εξαλλες μητέρες έπεσαν με τα παιδιά τους στα πηγάδια, για να ξεφύγουν από την αιχμαλωσία και την ατίμωση. Οι δρόμοι, γεμάτοι πτώματα, φρικτά ακρωτηριασμένα και παραμορφωμένα. Αλλη ηρωική σκηνή εκτυλίχτηκε σ’ έναν ανεμόμυλο, με ήρωα τον γηραιό δεσπότη Ιωσήφ. Μόλις μπήκαν οι Τούρκοι στο καταφύγιό του, έβαλε φωτά στα πυρομαχικά και τους πήρε μαζί του στον θάνατο.

Τον τραγικό επίλογο του ηρωικού δράματος έγραψε ο Καψάλης. Ενας γέρος πρόκριτος του Μεσολογγίου, που κλείστηκε στη μπαρουταποθήκη με δυο χιλιάδες ακόμα μάρτυρες. Ολοι, γέροι, γυναίκες, παιδιά και λαβωμένοι, που δεν μπόρεσαν να ακολουθήσουν τους άλλους στην ηρωική έξοδο. Σε λίγο, εκατοντάδες Τούρκοι πλημμύρισαν την αποθήκη, ανυπομονώντας να ριχτούν στο μακελειό και το πλιάτσικο. Τότε σηκώθηκε ο Καψάλης και προχώρησε με έναν δαυλό αναμμένο. Μόλις έφτασε δίπλα σε ένα ανοιχτό βαρέλι με μπαρούτη, ακούμπησε τον δαυλό και με έναν δαιμονισμένο πάταγο, τινάχτηκαν όλοι μαζί του στον αέρα.

Ετσι έπεσε το Μεσολόγγι, η ιερή πόλη του νεώτερου Ελληνισμού, που επί πέντε ολόκληρα χρόνια, σαν γρανιτένιος βράχος δεχόταν απτόητο τα τρομερά κύματα της ασιατικής και αφρικανικής θύελλας. Ηταν ένα ολοκαύτωμα, μια ύψιστη θυσία, στο πατριωτικό καθήκον.

Το Μεσολόγγι δείχνει το μέτρο της δύναμης της ανθρώπινης ψυχής, όταν ορθώνει περήφανη και ατρόμητη το ανάστημά της ενάντια στην υλική βία. Αυτό το παράδειγμα δείχνει σε όλη την ανθρωπότητα πως ο πυρσός του Καψάλη θα σκορπίζει με τη λαμπρή φεγγοβολή του το σκοτάδι της δουλείας και θα φωτίζει τον δρόμο που οδηγεί στο μεγαλύτερο ανθρώπινο ιδανικό : «ΤΗΝ ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ».