Με Συγκίνηση θυμάμαι το Παλιό Αρχοντικό της Γειτονιάς.

Τη μαρμάρινη Βεράντα, τα Αγάλματα στη Σάλα,

τον Κισσό και τον Ευκάλυπτο στον Κήπο.

Την  περίτεχνη τη Μάντρα, την Εξώπορτα από Ξύλο

και το Ρόπτρο,

ένα μπρούτζινο Χερούλι αστραφτερό.

 

Γκριζομάλλες οι Κυράδες γυροφέρναν στο Παλιό το Σπιτικό.

Πόσα βράδια αργοπορούσα

για ν’ ακούσω το Σκοπό απ’ το Ρολόι,

που χαρούμενα μετρούσε

τις Ανάσες, τις Στιγμές,

Συλλαβές από τη Νιότη του Σπιτιού

π’ ανθοβολούσε.

 

Κι όταν κάποτε τυχαίναν Συμφορές

το Ρολόι ακουγόταν λυπημένο,

λαβωμένη η καρδιά του και πονούσε.

Τώρα πια κανείς δεν μένει στο Παλιό ερειπωμένο Αρχοντικό.

Σαν περνώ από μπροστά του

με ματιά νοσταλγική το χαιρετώ.

Μου θυμίζει τον Αξέχαστο σκοπό απ’ το Ρολόι.

Μια Ανάμνηση θλιμμένη, μία Νότα ραγισμένη

σαν το Κλάμα μιας Αγάπης πληγωμένης,

που ποτέ δεν λησμονώ.

 

Γιάννης Αθανασόπουλος