Ακουσε τ’ απόκοσμο, το παλιό βιολί
μέσα στη νυχτερινή σιγαλιά τ’ Απρίλη.
Στο παλιό κουφάρι του μια ψυχή λαλεί
με τ’ αχνά κι απάρθενα της αγάπης χείλη.

Και τ’ αηδόνι τ’ άγρυπνο και το ζηλευτό
ζήλεψε και σώπασε κ’ έσκυψε κ’ εστάθη
για να δει περήφανο τι πουλί είν’ αυτό
που τα λέει γλυκύτερα της καρδιάς τα πάθη.

Ως κι ο Γκιώνης, τ’ άχαρο, το δειλό πουλί,
με λαχτάρ’ απόκρυφη τα φτερά τινάζει
και σωπαίνει ακούοντας το παλιό βιολί
για να μάθει ο δύστυχος πώς ν’ αναστενάζει.

Τι κι αν τρώει το ξύλο του το σαράκι; Τι
κι αν περνούν αγύριστοι χρόνοι κι άλλοι χρόνοι;
Πιο γλυκιά και πιο όμορφη και πιο δυνατή
η φωνή του γίνεται όσο αυτό παλιώνει.

Είμ’ εγώ τ’ απόκοσμο το παλιό βιολί
μέσα στη νυχτερινή σιγαλιά τ’ Απρίλη.
Στο παλιό κουφάρι μου μια ψυχή λαλεί
με της πρώτης νιότης του τα δροσάτα χείλη.

Τι κι αν τρώει το σπλάχνο μου το σαράκι; Τι
κι αν βαδίζω αγύριστα χρόνο με το χρόνο;
Πιο γλυκιά και πιο όμορφη και πιο δυνατή
γίνεται η αγάπη μου όσο εγώ παλιώνω.

ΙΩΑΝΝΗΣ ΠΟΛΕΜΗΣ