Πρόκειται για μία από τις σκοτεινότερες ιστορίες συνωμοσίας, κατά την περίοδο διακυβέρνησης του Ρόναλντ Ρέιγκαν, η οποία περιλάμβανε την πώληση όπλων από τις ΗΠΑ στο – θεωρητικά εχθρικό – Ιράν, με παράλληλη χρηματοδότηση των αντικομμουνιστών ανταρτών Κόντρας, στη Νικαράγουα.

Πολύ μακριά από την επίσημη κυβερνητική πολιτική, οι αμερικανικές δραστηριότητες τόσο στο Ιράν όσο και στη Νικαράγουα, καταστρατηγούσαν ταυτόχρονα νόμους που είχαν ψηφισθεί από το Κογκρέσο. Με την αποκάλυψη των ενεργειών, ξέσπασε αμέσως σκάνδαλο με κατηγορουμένους μια σειρά από σημαντικούς άνδρες της εποχής, όπως ο αντισυνταγματάρχης Ολιβερ Νορθ, στρατιωτικός με κεντρικό ρόλο στην υπόθεση, αλλά και ο Τζον Πόιντεξτερ, Σύμβουλος Εθνικής Ασφαλείας, στην υπηρεσία του Προέδρου Ρέιγκαν.

Ο ίδιος ο πρόεδρος υποχρεώθηκε να εμφανιστεί στην τηλεόραση και να δικαιολογήσει τις ενέργειές του στους Αμερικανούς, υποστηρίζοντας ότι έπραξε εκείνο που πίστευε ότι ήταν σωστό. Οπως και να είχε, το Ιράνγκέιτ προκάλεσε σοβαρό πλήγμα στο κύρος της διακυβέρνησής του.

Στα μέσα της δεκαετίας του 1980, εποχή κατά την οποία ξέσπασε το σκάνδαλο, η Νικαράγουα βρισκόταν εν μέσω μιας εμφύλιας σύρραξης, ανάμεσα στη μαρξιστική κυβέρνηση των Σαντινίστας και στους αντιπάλους της, τους αντικομμουνιστές Κόντρας, οι οποίοι επιδίδονταν κυρίως σε ανταρτοπόλεμο. Η εγγύτητα της χώρας με τις ΗΠΑ σήμαινε ότι η Νικαράγουα ήταν μονίμως ευάλωτη στην επίδραση του πανίσχυρου γείτονά της.

Ηταν ολοφάνερο ότι οι ΗΠΑ δεν έβλεπαν με καλό μάτι τη μαρξιστική κυβέρνηση της μικρής χώρας. Το γεγονός ωστόσο ότι Αμερικανοί χρηματοδοτούσαν τους Κόντρας, ελπίζοντας στην ανατροπή των αριστερών Σαντινίστας, που κατείχαν την εξουσία, παρέμεινε για αρκετό χρόνο κρυφό. Η έκπληξη από την αποκάλυψή του έγινε ακόμη μεγαλύτερη όταν διαφάνηκε ότι τα χρήματα που προορίζονταν για τους Κόντρας προέρχονταν από την πώληση αμερικανικών όπλων στο Ιράν, σε μια περίοδο όπου την εξουσία αυτή ασκούσε μια ισλαμική κυβέρνηση φονταμενταλιστών, θεωρητικά εχθρική προς τις ΗΠΑ.

Ομως, όπως αποδείχθηκε, οι Αμερικανοί προσδοκούσαν ότι η πώληση οπλισμού στη Χώρα της Μέσης Ανατολής, θα έπειθε τους Ιρανούς να μεσολαβήσουν για την απελευθέρωση δυτικών ομήρων που κρατούσαν ισλαμιστές τρομοκράτες στον Λίβανο.

Πάντως, σε κάθε περίπτωση, η διπλή αυτή συναλλαγή βρισκόταν σε πλήρη αντίθεση με το διεθνές δίκαιο, ενώ ήταν και βαθιά υποκριτική, από τη στιγμή τουλάχιστον που ο πρόεδρος Ρέιγκαν ασκούσε δριμεία κριτική ενάντια στο ιρανικό καθεστώς.

Προκειμένου να επιλυθεί το πρόβλημα, προωθήθηκε μια μυστική συμφωνία για την πώληση όπλων στο Ιράν, με αντάλλαγμα την απελευθέρωση των ομήρων στον Λίβανο.

Το σχέδιο εκπονήθηκε από την κυβέρνηση του Ισραήλ, η οποία πρότεινε στην κυβέρνηση των ΗΠΑ να κλείσει συμφωνία για την πώληση εκατοντάδων πυραύλων στο Ιράν, το οποίο παρέμενε εκείνη την εποχή εμπλεκόμενο στον μακροχρόνιο πόλεμο με το Ιράκ.

Οι πύραυλοι ήταν ειδικά κατασκευασμένοι να πλήττουν θωρακισμένα άρματα μάχης, ενώ εκτελούσαν εξελιγμένες λειτουργίες αξιοποιώντας θερμικά οπτικά συστήματα, αποστασιόμετρα λέιζερ κ.ά. Από την πλευρά τους οι Αμερικανοί στέκονταν ιδιαίτερα στην περίπτωση του Μπένζαμιν Γουίρ, Αμερικανού αιχμαλώτου τρομοκρατών στον Λίβανο, ζητώντας να αφεθεί ελεύθερος στο πλαίσιο της συναλλαγής.

Η γενική διεύθυνση για την ολοκλήρωση της συμφωνίας, ανατέθηκε στον Υπουργό Αμυνας των ΗΠΑ Κάσπαρ Γουάινμπεργκερ. Ο Γουίρ ελευθερώθηκε τον Σεπτέμβριο του 1985, ενώ δύο μήνες αργότερα ακολούθησε μια νέα, παρόμοια πρόταση για την πώληση 500 αντιαεροπορικών πυραύλων Ηawk, οι οποίοι θα προσέφεραν στο Ιράν τη δυνατότητα κατάρριψης αεροσκαφών από μεμονωμένους στρατιώτες που θα εκτόξευαν τα βλήματα από το έδαφος. Ωστόσο, το κόστος αυτών των πυραύλων ήταν πολύ υψηλό και έπρεπε η πρόταση να περάσει από το Κογκρέσο.

Ο Ρόμπερτ Μακ Φάρλαν, ειδικός σύμβουλος του Ρέιγκαν, ανέλαβε να ασκήσει πιέσεις, ώστε να οριστικοποιηθεί η συμφωνία. Πριν από το τέλος του 1985, οι πρώτοι πύραυλοι στάλθηκαν στο Ιράν.

Οι διαπραγματεύσεις συνεχίστηκαν και το 1986, οπότε και ολοκληρώθηκε μια νέα συμφωνία για πώληση όπλων στο Ιράν, με αντάλλαγμα την απελευθέρωση όλων των Αμερικανών ομήρων.

Ωστόσο, το σχέδιο άρχισε να καταρρέει, όταν, ύστερα από την αποφυλάκιση των αιχμαλώτων, οι τρομοκράτες συνέχισαν τις απαγωγές.

Οπως προέκυψε αργότερα, τα έσοδα από την πώληση όπλων στο Ιράν, χρησιμοποιούνταν για τη χρηματοδότηση του αντάρτικου των Κόντρας στη Νικαράγουα.

Το Ιράνγκεϊτ αποτέλεσε ένα από τα μεγαλύτερα σκάνδαλα της οκταετούς διακυβέρνησης Ρέιγκαν, φανερώνοντας τον ασύδοτο τρόπο δράσης ανώτερων αξιωματούχων.

Ο ίδιος ο Ρέιγκαν κατόρθωσε να βγει σχετικά αλώβητος από το σκάνδαλο, μ’ όλο που υπήρξαν υποψίες εμπλοκής του, έστω σε μικρό βαθμό.

(Πηγή: ΘΕΩΡΙΕΣ ΣΥΝΩΜΟΣΙΑΣ, Charlotte Greig, Εκδ. Πεδίο)