Ο Εμμανουήλ Ξάνθος γεννήθηκε στην Πάτμο το 1772. Νέος μετέβη στην Ιταλία (Τεργέστη) και ασχολήθηκε με εμπορικές επιχειρήσεις, τομέας στον οποίο και διέπρεψε. Ενθερμος πατριώτης, προσπαθούσε να βρει τρόπο να βοηθήσει την Ελλάδα, να αποτινάξει τον τουρκικό ζυγό και να ξαναβρεί την αρχαία της αίγλη.

Το 1810, συνάντησε στην Οδησσό τον Αθανάσιο Τσακάλωφ και τον Νικόλαο Σκουφά και τους έπεισε να ιδρύσουν μια εταιρεία, για να βοηθήσουν τους Ελληνες να διώξουν τους Τούρκους από τα τιμημένα ελληνικά εδάφη. Την ονόμασαν «Φιλική Εταιρεία» και ο Ξάνθος ανέλαβε το ταμείο και τη γραμματεία, καθώς και τον σύνδεσμο με άλλες εταιρείες με παρόμοιους σκοπούς. Η Φιλική Εταιρεία ιδρύθηκε το 1814. Ο Ξάνθος είχε σ’ αυτήν το ψευδώνυμο «Θεοδωρίδης».

Ο Ξάνθος, το 1919 πήγε στη Ρωσία για να πείσει τον Ιωάννη Καποδίστρια να αναλάβει την αρχηγία των Φιλικών, αλλά εκείνος αρνήθηκε επειδή γνώριζε ότι οι λαϊκές εξεγέρσεις και τα εθνικοαπελευθερωτικά κινήματα δεν είχαν καμιά απήχηση στην Ευρώπη. Ο Ξάνθος τότε, πρότεινε τη θέση του αρχηγού των Φιλικών στον Αλέξανδρο Υψηλάντη, ο οποίος δέχθηκε, και ο Ξάνθος διατήρησε έκτοτε στενή συνεργασία μαζί του.

Οταν ελευθερώθηκε η Ελλάδα, ο Ξάνθος τιμήθηκε με τον «Σταυρό του Σωτήρος», ενώ του δόθηκε και μια πενιχρή σύνταξη. Ο Ξάνθος ποτέ δεν εξαργύρωσε την προσφορά του στον αγώνα με χρήματα ή αξιώματα, μολονότι είχε προσφέρει σ’ αυτόν την τεράστια περιουσία του και πολλά χρόνια της ζωής του.

Η ελληνική Βουλή, που άρχισε να λειτουργεί μετά την επιτυχημένη επανάσταση της 3ης Σεπτεμβρίου, συχνά μετατρεπόταν σε πεδίο μάχης, γιατί πολλοί βουλευτές ήταν οξύθυμοι και με το παραμικρό, πιάνονταν στα χέρια και η Βουλή μετατρεπόταν σε ρινγκ. Οι πιο φιλήσυχοι έτρεχαν τότε προς τις σκάλες για να σωθούν.

Ο Εμμανουήλ Ξάνθος, γέροντας πια και άγνωστος, παρακολουθούσε τις συνεδριάσεις τακτικά από τα θεωρεία, θεωρώντας πως η κοινοβουλευτική ζωή του τόπου ήταν και δικό του επίτευγμα γιατί κι αυτός είχε βοηθήσει το Γένος να αναστηθεί και να έχουν οι συμπατριώτες του το δικαίωμα να αποφασίζουν για την τύχη της Πατρίδας και των ίδιων. Την 1η Δεκεμβρίου 1851, ο Ξάνθος παρακολουθούσε την διαδικασία της Βουλής από τα θεωρεία. Η αγόρευση του βουλευτή του Πύργου Λύσανδρου Βιλαέτη, εκνεύρισε μερικούς αντιπάλους του. Ακούστηκαν φωνές και βρισιές, και η σύρραξη δεν άργησε να γενικευθεί. Ετρεξαν όλοι να φύγουν, και ο Ξάνθος έτρεξε μαζί τους να κατέβει τη σκάλα. Η σκάλα δεν είχε κουπαστή και, όπως κατέβαιναν τρέχοντας, πολλοί έπεσαν κάτω, από ύψος πάνω από 10 μέτρα. Ο Ξάνθος έπεσε, και το πλήθος τον ποδοπάτησε. Με σπασμένα πλευρά και πόδια, μεταφέρθηκε στον παρακείμενο στρατώνα του λόχου των Επιλέκτων. Εκεί άφησε την τελευταία του πνοή.

Η κηδεία του έγινε «δημοσία δαπάνη», του αποδόθηκαν τιμές στρατηγού και την ακολούθησε πλήθος κόσμου. Την επομένη η εφημερίδα «Ελπίς», έγραψε ότι ένας από τους ιδρυτές της Φιλικής Εταιρείας, πέθανε αφού κακοποιήθηκε στη Βουλή.

Μετά θάνατον, και ύστερα από την κινητοποίηση σχεδόν όλου του αθηναϊκού λαού, η κυβέρνηση παραχώρησε στην κόρη του Ασπασία 250 στρέμματα κρατικής γης, αλλά δεν πρόλαβε να τα χαρεί, γιατί έπαθε ημιπληγία. Εζησε τα υπόλοιπα χρόνια της ζωής της σε μια καλύβα, πάμπτωχη, με 140 δραχμές σύνταξη, με τα οποία συντηρούσε και μια γριά θεία της με δύο ανιψιές της.