Ο Πύργος της Μπελέμ (πορτογαλικά Torre de Belem), γνωστός και ως Πύργος του Αγίου Βικεντίου, κατασκευάστηκε τον 16ο αιώνα ως οχυρωμένος πύργος. Αποτελούσε φάρο για τους ναυτικούς που γυρνούσαν από τις Ινδίες, αλλά και ως ορμητήριο των κονκισταδόρων που σάλπαραν με τις καραβέλες τους για την εξερεύνηση του Νέου Κόσμου. Ήταν το χαρακτηριστικό σύμβολο της ναυτικής ισχύος της Πορτογαλίας, ένα από τα σπουδαιότερα πορτογαλικά αξιοθέατα σήμερα.

Μαζί με το κοντινό μοναστήρι των Ιερωνυμιτών (Jeronymos Monastery), έχουν ανακηρυχθεί Μνημεία Παγκόσμιας Κληρονομιάς της UNESCO, λόγω της σχέσης τους με τις θαλάσσιες ανακαλύψεις των Πορτογάλων κατά την Εποχή των Ανακαλύψεων. Η κατασκευή του πύργου διατάχθηκε από τον βασιλιά Ιωάννη Β΄ της Πορτογαλίας για να αποτελεί τμήμα της άμυνας στις εκβολές του Τάγου και ως μνημείο αφιερωμένο στις ανακαλύψεις του Βάσκο ντα Γκάμα. Το μνημείο αποτελεί εξέχον παράδειγμα του ρυθμού μανουελίνο. Κατασκευάστηκε από ασβεστόλιθο και αποτελείται από έναν προμαχώνα και ένα τετραώροφο πύργο ύψους 30 μέτρων.

Το προάστιο Belem (με λιγότερους από 20.000 κατοίκους) είναι διάσημο και ως περιοχή μουσείων, αλλά και μέρος συγκέντρωσης των σπουδαιότερων μνημείων της Λισαβόνας και της Πορτογαλίας, όπως ο πύργος Belem Tower, το μοναστήρι των Ιερωνυμιτών Jeronymos Monastery, το Padrao des Descobrimentos και το παλάτι του Μπελέμ Belem Palace (επίσημη κατοικία του Προέδρου της Πορτογαλίας).

Κωνσταντίνος Δ. Γλύστρας