Το μεσημέρι μετά το φαγητό, όταν ο καιρός ήταν καλός, στον Σταμάτη και την Ηρώ άρεσε να κάνουν βόλτα στα πέριξ. Πότε περνούσαν απ’ τους κολλητούς τους τον Σταύρο και τη Ζωή που συνήθως είχαν μόλις φάει κι αυτοί και είχαν βάλει τα παιδιά τους για ύπνο, πότε έκαναν ένα απλό περπάτημα στα δρομάκια της κωμόπολης, και πότε έπαιρναν το αυτοκίνητο και πήγαιναν ως την πιο κοντινή εξοχή, προτιμούσαν κοντά στη θάλασσα, μαζί με τα παιδιά. Η Λουίζα, η κόρη τους, παρά το ανατρίχιασμα από το κρύο των χειμωνιάτικων περιπάτων ευχαριστιόταν τη βόλτα κοντά στο νερό. Απομακρυνόταν λίγο απ’ τους μεγάλους ακούγοντας όμως ακόμα τις κουβέντες τους, κι όταν οι παρέες χωριζόντουσαν, γιατί αυτοί οι περίπατοι συχνά απαιτούσαν περισσότερο κόσμο για να ‘ναι πετυχημένοι, πήγαινε πότε στις γυναίκες που χαζολογούσαν, μιλούσαν για τα παιδιά τους, τα πεθερικά, τους γονείς, τις υποχρεώσεις της εβδομάδας, τους καυγάδες με τη μάνα τους, και πότε στους άντρες που κάπνιζαν, γελούσαν και συζητούσαν σιγά με μισόλογα κάτι δικά τους, και πιό δυνατά για δουλειές και πολιτική: πώς έφυγε ο Καραμανλής ως Τριανταφυλλίδης, πότε θα ξανάρθει, για τον Ανένδοτο και το Γέρο, για τον Ζαχαριάδη και πού βρίσκεται, για τις τελευταίες διηγήσεις απόστρατων αξιωματικών στη γιορτή του θείου Επαμεινώνδα, σχετικά με τις μάχες στο Γράμμο και την εφόρμηση των αεροπλάνων πάνω απ’ τις κρυψώνες των ανταρτών. Έτσι σχημάτιζε πληροφορίες για το σύνολο της ζωής όπως κυλούσε μέσα της και δίπλα της, και την αγκάλιαζε σαν τη ζέστη του καλοριφέρ μέσα στο αυτοκίνητο τις μέρες που επέστρεφαν βράδυ στο σπίτι. Έτρεχε μετά να ετοιμάσει την τσάντα της για το σχολείο και να ξαναπιάσει το βιβλίο που είχε αφήσει απρόθυμα για να συμμετάσχει στην απογευματινή βόλτα. Οι βόλτες στη θάλασσα και τις κοντινές εξοχές μάλλον συνέβαιναν σαββατοκύριακα, γιατί ο Σταμάτης δούλευε απόγευμα και μια τέτοια βόλτα συχνά σήμαινε παρέες, χαιρετούρες -αν δεν είχαν ήδη ξεσηκώσει φίλους να πάνε μαζί – καφεδάκι σε σπίτια ή έξω, άρα απαιτούσε χρόνο που τις καθημερινές ήταν πολύτιμος.

Εκείνο το Σάββατο μια χαρά φαινόταν για πιο μακρινή εξόρμηση, αλλά οι ψίθυροι και τα μουρμουρητά των προηγούμενων ημερών έκαναν τον Σταμάτη να αποκλείσει οποιαδήποτε εκδρομή, ακόμη και βόλτα στα πέριξ. Φίλοι τηλεφωνούσαν πως είχαν ακούσει από γνωστό γνωστού για τις ταραχές στην Αθήνα εξακριβωμένες ειδήσεις και μιλούσαν για την επιβολή στρατιωτικού νόμου. Τα σχόλια ποικίλα ως προς τα πώς και τα τι των καταλήψεων. Η Νομική που είχε προηγηθεί, έδινε προβάδισμα στον κύριο Αλέξανδρο να απαιτήσει τα εύσημα επαναστατικότητας για τον κλάδο του, “που de facto βρίσκεται στην πρώτη γραμμή κάθε τέτοιας φασαρίας, λόγω παιδείας και το περί δικαίου αίσθημα που σπούδαζαν και μελετούσαν. Άλλωστε, η Γαλλική Επανάσταση ήταν πήχτρα στους δικηγόρους, πολλοί από τους οποίους κατέληξαν ακέφαλοι στην πορεία, υπερηφάνως φυλάσσοντες Θερμοπύλες δικαίου.” Ή κάπως έτσι. Βεβαίως ο νόμος που τώρα εμφανιζόταν στην υποκειμενική του χρήση από το καθεστώς ως κατάχρηση μπορεί να τεθεί υπό αμφισβήτηση όπως στο παράδειγμα του Ιαβέρη κατά τον Ουγκώ. -Κάτσε ρε Αλέξανδρε, μας έπρηξες, τον έκοψε ο Σταμάτης. Θα τα πούμε μετά, έλα κλείσε. Το αστυνομικό τμήμα εκεί κοντά, με κλειστά τα παράθυρα, είχε διαρκώς τα φώτα αναμμένα και υπήρχε μεγάλη κινητικότητα, πολλά μπες-βγες και πήγαινε-έλα με το τζιπ.

-Η επιβολή του στρατιωτικού νόμου είναι μόνο στην Αθήνα; ρώτησε η Λουίζα. -Ναι, μόνο την Αθήνα. Τι να γίνει εδώ δηλαδή; της απάντησε ο Σταμάτης. Βγήκαν στο μπαλκόνι μετά το φαγητό, κι ο πατέρας της έκλεισε το μάτι στον γείτονα: -Θανάση τι μαθαίνεις; Βάλατε ασύρματο; Μεταδίδει η Ρουμανία, η Αλβανία; είπε γελώντας πονηρά. -Μεταδίδει, μεταδίδει, του απάντησε πειραχτικά ο Θανάσης. Γίνονται ταραχές, συμπλήρωσε. -Τι; Θα ‘χουμε μπαμ και μπουμ; Στ’ άρματα, στ’ άρματα; συνέχισε το πείραγμα ο Σταμάτης. -Θα δούμε, απάντησε στωικά ο Θανάσης ανάβοντας το τσιγάρο του με την κάφτρα του προηγούμενου. Στωικά και λίγο αφηρημένα, ο Θανάσης που δυό χρόνια αργότερα θα είχε σπίτι του ένα πιάνο απίθανο που κοπανούσε η Λουίζα όποτε πήγαιναν επίσκεψη, Κύριος οίδε πώς το είχαν φέρει οι μουσαφιραίοι του που ερχόντουσαν συνέχεια τρία -τέσσερα καλοκαίρια από το “παραπέτασμα”. Όλη η παρέα είχε μάθει το “ναι” στα Πολωνικά και γελούσαν με το “τακ”, δείγμα της εξωτικής κουλτούρας των ανθρώπων που έφερναν τιμαλφή και φωτογραφικές μηχανές Σοβιετικής κατασκευής να τα πουλήσουν επί Ελληνικού εδάφους. Το μέσα-έξω στο μπαλκόνι συνεχίστηκε ώσπου η Ηρώ διαμαρτυρήθηκε για το συνεχές πιάσιμο της καθαρής κουρτίνας της τραπεζαρίας. Στο μπαλκόνι του διπλανού διαμερίσματος είχαν βγει οι νοικάρηδες και αντάλλασσαν απόψεις, ανέκδοτα ακόμα και προγνωστικά με τον Σταμάτη και την Ηρώ, που τώρα βγήκε κι αυτή έξω αφήνοντας το συμμάζεμα στη μάνα της, για το αν θα πέσει ο Παπαδόπουλος, τι ρόλο είχε ο Αμερικανικός παράγοντας και αν επίκειτο αντιπραξικόπημα. Η Λουίζα κι ο Λαέρτης χαρούμενοι που θα έχαναν κι άλλο σχολείο γιατί μάλλον θα τράβαγε σε μάκρος η αναταραχή, πότε άκουγαν τους μεγάλους και πότε κυνηγιόντουσαν στο ευρύχωρο μπαλκόνι με τα λουλούδια. Στο μυαλό της Λουίζας που είχε εκπαιδευτεί να ακούει κουβέντες και σχόλια από διαφορετικές πηγές ταυτόχρονα όπως έκανε στους περιπάτους στη θάλασσα, τα πράγματα ήταν λίγο μπερδεμένα, κυρίως γιατί ανάμεσα στις κουβέντες, τα σχόλια και τα γέλια, υπήρχαν μουρμουρητά και ψίθυροι με data στα οποία δεν είχε πρόσβαση -που θα ‘λεγε αργότερα στην εποχή των κομπιούτερ.

Λίγους μήνες αργότερα, ένας καινούργιος φίλος έκανε την εμφάνισή του, και οι πολιτικές συζητήσεις φούντωσαν. Καλοκαίρι και κόσμος μπαινόβγαινε στο σπίτι, γλυκά, αναψυκτικά και βανίλια υποβρύχιο κυκλοφορούσαν σε δίσκους, παιδιά τρεχοβολούσαν και το αίνιγμα αν θα επιστρέψει ο Καραμανλής λύθηκε. Με τα πρώτα κρύα, η συζήτηση πήγε στο δημοψήφισμα, το ποίημα του Μποστ διακωμωδούσε τα λόγια του βασιλικού διαγγέλματος, και ο οικογενειακός φίλος, ο Αντώνης, έφερε απ’ την Αθήνα μια κασέτα που έγινε αντικείμενο συζήτησης στο τραπέζι των μεγάλων, και έφερε πάλι ψιθύρους και πειράγματα με ονόματα και γεγονότα απ’ το πολιτικό παρελθόν, άγνωστα στη Λουίζα, στην αντροπαρέα που συζητούσε στο γραφείο του πατέρα τις βραδινές ώρες με ουίσκυ, τσιγάρα και ξηρούς καρπούς. Όταν η Λουίζα επέμεινε να μάθει τι ήταν η κασέτα αυτή που ο αδερφός της την είχε ακούσει και το χρησιμοποιούσε για να της δείξει ότι “ήταν πολύ μικρή”, μετά από πολλές αρνήσεις, ο Αντώνης με τη συγκατάθεση του πατέρα της, της είπε: “δεν πρέπει να το πεις πουθενά γιατί θα ‘χουμε θέματα με την αστυνομία. Θα πάμε στο αυτοκίνητο, θα κάνω ότι ψάχνω κάτι και θα βάλω να ακούσεις την κασέτα.” “Την ίδια που άκουσε ο αδερφός μου;” ρώτησε η Λουίζα. “Ναι, αλλά κουβέντα, ε;”. “Ναι,” έγνεψε με το κεφάλι το κορίτσι. Πήγανε στο κόκκινο αμάξι που ήταν παρκαρισμένο έξω απ’ το σπίτι τους, όταν νύχτωσε. Ο Αντώνης άνοιξε την πόρτα κοιτάζοντας γύρω διακριτικά, και η Λουίζα μπήκε στη θέση του συνοδηγού. Ο Αντώνης κρατώντας ακόμα το τσιγάρο του που είχε φτάσει στα μισά, έβγαλε την κασέτα από ένα κουτί με άλλες κασέτες μουσικής και την έβαλε να την ακούσουν. Ήταν μια φωνή που έλεγε “Εδώ Πολυτεχνείο” και μηνύματα των φοιτητών απ’ τον ραδιοφωνικό σταθμό τους, και κρατούσε λίγο. Ακουγόταν και φασαρία πολλή. Μετά ο Αντώνης πήρε την κασέτα, την ανακάτεψε με τις άλλες και βγήκαν από το αμάξι. Αυτή τη φορά χωρίς το τσιγάρο που το είχε σβήσει στο τασάκι του αυτοκινήτου. Παίρνοντας ένα καινούργιο απ’ την ταμπακιέρα του, ρώτησε: “Λοιπόν;” Η Λουίζα ανασήκωσε τους ώμους: “Λοιπόν, τι;” “Πώς σου φάνηκε;” “Καλό”, απάντησε το κορίτσι και μπήκε βιαστικά στο σπίτι, νιώθοντας ξαφνικά έντονα το χειμωνιάτικο κρύο.

Το καλοκαίρι πήγαν στον ίδιο το χώρο του Πολυτεχνείου. Νερά, σπασμένα αγάλματα, συνθήματα στους τοίχους. Η Λουίζα δεν θυμόταν πια γιατί ήταν ακόμη έτσι ο χώρος. Ένα μέρος του δηλαδή. Ούτε ήταν σίγουρη για την εποχή. “Φτιάχνουν πάλι τους χώρους, αλλά εδώ σ’ αυτό που έμεινε, παίρνεις μια ιδέα”, είπε ο Αντώνης αγκαλιάζοντας την Ευφροσύνη, καθοδηγήτριά του στο κόμμα ή κάτι τέτοιο, που τώρα ήταν έγκυος. “Κρίμα που δεν το είδες όπως ήταν.” Η Ευφροσύνη συγκατάνευσε. Πάλι χειμώνας, κι ας μην ήταν χειμώνας, πάλι κρύο ένιωσε η Λουίζα. Κι έκανε την παράταιρη σκέψη μέσα στη βαρεμάρα που ένιωθε ότι τόσο νερό ήταν αφύσικο, τόσο μαύρο, τόση ακαταστασία. Είπε τη σκέψη της δυνατά, σχεδόν μονολογώντας. “Ακαταστασία; Δεν μπορεί να χρησιμοποιήσεις μια τέτοια λέξη για ένα τέτοιο γεγονός. Είναι πώς να το πω; Μικροαστικό. Καταλαβαίνεις;” σχολίασε καταλήγοντας σε ερώτηση ο Αντώνης υπό το ανεκτικό χαμόγελο της γυναίκας του. “Καταλαβαίνω πως η Επανάσταση είναι πολύ επικριτική”, θα ‘θελε να ‘χε απαντήσει τότε. Δεν απάντησε.

Χρόνια αργότερα, “η γενιά του Πολυτεχνείου” καθ’ οδόν για σουβλάκια στον Κάββουρα δεν ήθελε να μιλήσει πια για την εξέγερση στη νεότερη γενιά που συνόδευε. Πούλαγε όμως υπαρξιακά και τραύματα της επανάστασης στο καμάκι στις πιτσιρίκες που δεν καταλάβαιναν ακόμα τι θα πει “εξέγερση” και αναλάμβαναν να τις μυήσουν στο ένα μέρος της, το σεξουαλικό, κάπως σαν ταινία του Νικολαίδη. Οι πολιτικές συζητήσεις ήταν μόνο για τους γνωρίζοντες, και γίνονταν πλέον μόνο ως σύγκριση “φτιάχτηκε ο Μάκης”, “ανέβηκε στο κόμμα η Αλίκη, πάει και για βουλευτής άκουσα”, “σε τα ‘μας ο Μιχάλης τα πουλάει; πες σε πόσους έκατσες ρε φίλε κι άσε την επανάσταση” και τέτοια. Γλυστρώντας μια γενιά όμορφα απ’ τα κλεμμένα βιβλία στο Παρίσι, τον θρήνο για τον Νίκο Πουλατζά και τον Παρισινό Μάη στη σιτεμένη γοητεία του σοσιαλισμού και της ρεάλ πολιτίκ, είχε την κασέτα του ραδιοφώνου του ‘73 να συντροφεύει ηχητικά το avantgarde πολιτικό δρώμενο.

Νατάσσα Χασιώτη