Βαΐτικα κάλαντα των Τρικάλων

Ήρθ’ η Λάζαρης, ήρθαν τα Βάϊα,

ήρθ’ η Κυριακή που τρών’ τα ψάρια.
Σήκου, Λάζαρη, κι μην κοιμάσι,

ήρθι η μάνα σου από την Πόλη,
σού ‘φιρι χαρτί κι κομπολόι,

γράψι Θόδωρη, γράψι Δημήτρη,
γράψι λιμονιά κι κυπαρίσσι.
Οι κουτούλις σας αβγά γεννούνε,

δώτε μας και μας για να χαρούμε.

Παρέες παρέες ανύπαντρα και μικρά κορίτσια, δασκαλεμένες από τις μανάδες και τις γιαγιάδες τους, ξεχύνονται στις γειτονιές και στις ρούγες του χωριού, εδώ και χρόνια, με τα καλάθια τους ολοστόλιστα με λουλούδια από τους αγρούς και τους κήπους των σπιτιών, για να τραγουδήσουν «το Λάζαρη» και να παινέψουν με διάφορους στίχους την κοινωνική θέση των ανθρώπων κάθε σπιτιού. Η νοικοκυρά θα τις δώσει το φιλοδώρημά τους: αβγά, καραμέλες, καρύδια, σύκα ξερά κλπ.

Και αυτές οι «Λαζαρίνες» θα φύγουν, καλοτυχίζοντας ξανά το σπίτι με τον στίχο:

Αφέντη μου, στην τάβλα σου χρυσή καντήλα φέγγει,

να βάλεις λάδι και κερί να φέξει όλους ου κόσμους…

Παινέματα πολλά αυτή την ημέρα, όπως π.χ. για τα μικρά αγόρια:

Ένα μικρό, μικρούτσικου, του βασιλιά τ’ αγγόνι,

μικρό το έχει η μάνα του, μικρό κι χαϊδεμένο.
Το έλουζι, το χτένιζι κι στο σκουλειό το στέλνει
κι ου δάσκαλους το έδειρι μι μια χρυσή βιργούλα.
– Πιδί μ’, σαν πού είν’ τα γράμματα σ’, πιδί μ’, σαν πού είν’ ου νους σου;
– Τα γράμματά μου στου χαρτί κι ου νους μου στις κουπέλις,
που ‘χουν του μάτι σαν ελιά, του φρύδι σα γαϊτάνι,
του έρμου του ματόκλαδο σα κρόσσ’ από μαντήλι.

Αλλά και για τα μικρά κορίτσια:

Κάθιτι η κόρη, κάθιτι στα πράσινα λιβάδια,

στα ίτσια, στα τραντάφυλλα κι στα χλουρά χουρτάρια.

Ουργιές βάνει του μάλαμα, ουργιές κι του μετάξι,

με δάκρυα κλώθ’ την κλωστή, με δάκρυα βελονιάζει,

και με πολλά στενάγματα περνάει το βελόνι.

– Κέντα το, κόρη μ’, κέντα το τ’ αϊγόρου σ’ το μαντήλι,

να μην σου κακοφαίνεται που σου ‘πα το τραγούδι.

Ή παινέματα στις αρραβωνιασμένες:

Ιδώ μαντήλια κρέμονται, ιδώ μαντήλια σειώνται,

ιδώ ‘χουν κόρη για παντρειά, κόρη για αρρεβώνα,

της δίνουν –γιε μ’– του βασιλιά, της δίνουν –γιε μ’– του ρήγα,

κι αυτή δεν θέλ’ του βασιλιά κι αυτή δεν θέλ’ του ρήγα,

μόν’ θέλει τ’ αρχοντόπουλο που περπατεί καβάλα.

Παινέματα στο παλληκάρι:

Παλληκαρίτσι μ’ έμορφο, μι το στριφτό μουστάκι,

σι σένα πρέπουν τ’ άρματα, σι σένα τα γιλέκια,

σι σένα πρέπει κι άλογο να περπατείς καβάλα,

να πας σι ούλα τα χουριά, να πας κι στην καλή σου…

Παινέματα ακόμη και στον ιερέα:

 

Απ’ χάτου απ’ τη μουσκουμηλιά, απ’ χάτ’ απ’ τ’ άγιου κλήμα,

ιδώ κοιμάται ου δέσποτας μι του σταυρό στα χέρια.

– Σηκώσ’ απάνου, δέσποτα, κι μην βαριοκοιμάσαι,

ούλες ‘κλησίτσες ψέλνουνε κι ούλα τα μαναστήρια

κι μια ‘κλησίτσα μοναχή δεν ψέλνει, δε διαβάζει.

Για πάρε του κλειδάκι σου, να πας να την ανοίξεις,

κι πάρε του βαγγέλιο να πας να τη διαβάσεις.

 

Χρόνια Πολλά και του χρόνου με υγεία…

 

Κώστας Τζιμούρτος

Πηγή: (Πουλιάνα) Τρικάλων

10 Απριλίου 2020