Οι σταδιοδρομίες του Αυτοκράτορα Ναπολέοντα Α΄(1679-1821) και του γερμανού Φύρερ Αδόλφου Χίτλερ (1889-1945) εμφανίζουν εντυπωσιακές ομοιότητες. Και οι δύο άρπαξαν την εξουσία από δημοκρατικές κυβερνήσεις που είχαν χάσει την αξιοπιστία τους, το Γαλλικό Διευθυντήριο και τη Δημοκρατία της Βαϊμάρης, εγκαθιδρύοντας καθεστώτα που πίστευαν ότι θα άντεχαν ολόκληρες γενιές, αλλά κατέρρευσαν μετά από δώδεκα χρόνια. Ο Ναπολέων κυβέρνησε ως αυτοκράτορας από το 1803-1815, ενώ ο Χίτλερ ήταν καγκελάριος του Ράιχ και Φύρερ από το 1933-1945. Και οι δύο γνώρισαν αρχικά στρατιωτικές επιτυχίες εναντίον ισχυρότερων στρατιωτικών δυνάμεων – ο Χίτλερ εναντίον της Γαλλίας και ο Ναπολέων εναντίον της Πρωσίας και της Αυστροουγγαρίας – αλλά απέτυχαν να νικήσουν του Βρετανούς, οι οποίοι αντιστάθηκαν στο νησιωτικό φρούριό τους. Στο τέλος, και οι δύο ηττήθηκαν όχι από ανθρώπους, αλλά από τον ρωσικό χειμώνα.

Τόσο ο Ναπολέων όσο και ο Χίτλερ είχαν εγκαταλείψει τα σχέδιά τους να εισβάλουν στην Αγγλία και είχαν συνάψει συμμαχίες με τη Ρωσία που κατέρρευσαν. Επίσης, και στις δύο περιπτώσεις, η Πολωνία είχε εμπλακεί στο casus belli (αφορμή πολέμου). Από πολλές απόψεις, το 1941 φαινόταν να εξελίσσεται όπως το 1812 και ο Χίτλερ είχε προειδοποιηθεί γι αυτό.

Το 1940 η Γερμανία είχε πετύχει πολλούς από τους αντικειμενικούς στόχους της στην Ευρώπη: Ειχε κατακτήσει το γερμανόφωνο κομμάτι της Τσεχοσλοβακίας, είχε ολοκληρώσει την προσάρτηση της Αυστρίας, είχε εισβάλει στην Πολωνία, είχε νικήσει τον παλαιό εχθρό της, τη Γαλλία και είχε αναγκάσει τους Βρετανούς να επιστρέψουν στην Αγγλία από τη Μάγχη. Ολα αυτά χωρίς να προκαλέσει καμία αντίδραση από τον Στάλιν, ο οποίος είχε υπογράψει σύμφωνο μη επίθεσης.

Ο Στάλιν, ο οποίος είχε αφήσει τους αγρότες της Ουκρανίας να λιμοκτονούν, συνέχισε τη φονική αναζήτησή του με τη «Μεγάλη Εκκαθάριση» (1936-1938) του Κομμουνιστικού Κόμματος και του Κόκκινου Στρατού. Ο Στάλιν ανησυχούσε για τον αυτοκρατορικό Στρατό της Ιαπωνίας, ο οποίος είχε ήδη συγκρουσθεί με τις σοβιετικές δυνάμεις στα σύνορα του ιαπωνικού «ψευδοκράτους» του Μαντζουκουό. Ο χειρότερος φόβος του Στάλιν ήταν ότι οι Γερμανοί θα εξαπέλυαν επίθεση από τα δυτικά και οι Ιάπωνες από τα ανατολικά.

Ο πόλεμος μεταξύ της ναζιστικής Γερμανίας και της σοβιετικής Ρωσίας φαινόταν ιστορικά αναπόφευκτος. Οι δύο χώρες δεν ήσαν μόνο ιδεολογικά αντίθετες, αλλά εποφθαλμιούσαν και την πολιτική κυριαρχία σε ολόκληρη την Ευρωπαϊκή ήπειρο. Ο Στάλιν είδε τον Χίτλερ ως το υποχείριο που θα αποδυνάμωνε αρκετά τις δημοκρατίες της Δυτικής Ευρώπης, οπότε μόλις η Γερμανία έχανε τον πόλεμο, οι Σοβιετικοί θα είχαν τη δυνατότητα να πάρουν τον έλεγχο ολόκληρης της Ευρώπης.

Ο Στάλιν πέτυχε τα μισά από αυτά που ήλπιζε, μετά το 1945. Πήρε τον έλεγχο της Ανατολικής Ευρώπης, αλλά έχασε τη Δυτική Ευρώπη επειδή η επίθεση των Ιαπώνων στο Περλ Χάρμπορ το 1941 (και ενώ η εισβολή του Χίτλερ στη Ρωσία αντιμετώπιζε ήδη σοβαρά προβλήματα), είχε αναγκάσει τελικά τους Αμερικανούς να μπουν στον πόλεμο.

Ο Χίτλερ ήξερε ότι η Σοβιετική Ενωση θα αποτελούσε διαρκή απειλή στα ανατολικά σύνορα του Μεγάλου Γερμανικού Ράιχ. Εχοντας αφανίσει τους Εβραίους, ο Φύρερ αποφάσισε να εξοντώσει τη δεύτερη «κατώτερη» φυλή, για την οποία πίστευε πως έπρεπε κανονικά να υπηρετεί τους Αρείους: τους Σλάβους. Τα σχέδιά του για την αύξηση του «Λέμπενσραουμ» (του ζωτικού χώρου) του Ράιχ ισοδυναμούσαν με επέκταση στην Πολωνία, την Ουκρανία, τις χώρες της Βαλτικής, την Ευρωπαϊκή Ρωσία και τον πλούσιο σε πετρέλαιο Σοβιετικό Καύκασο. Σχεδίαζε να εξολοθρεύσει τον πληθυσμό αυτής της αχανούς περιοχής, να την αποβιομηχανοποιήσει και να την μετατρέψει σε σιτοβολώνα και πηγή φυσικών πόρων της Γερμανίας.

Η επιχείρηση «Μπαρμπαρόσα» ήταν η μεγαλύτερη στρατιωτική εισβολή όλων των εποχών και πραγματοποιήθηκε από τρεις στρατιές, που αριθμούσαν πάνω από τέσσερα εκατομμύρια στρατιώτες, τόσο της Γερμανίας, όσο και άλλων χωρών του Αξονα, κατά μήκος ενός μετώπου 2.900 χιλιομέτρων, το οποίο εκτεινόταν από τη Βαλτική μέχρι τη Μαύρη Θάλασσα. Οι τρεις στρατιές επιτέθηκαν ταυτόχρονα το καλοκαίρι του 1941. Η στρατιά στα βόρεια είχε στόχο το Λένινγκραντ (σημερινή Αγία Πετρούπολη), η κεντρική στρατιά τη Μόσχα, και η στρατιά στα νότια, το Στάλινγκραντ και τις πετρελαιοφόρες περιοχές πέρα απ’ αυτό. Οι Γερμανοί μπορεί να ήταν περισσότεροι αριθμητικά, αλλά είχαν λιγότερα άρματα μάχης και αεροπλάνα. Ομως τα σοβιετικά άρματα μάχης και αεροπλάνα αν και υπερτερούσαν κατά πολύ αριθμητικά, ήταν απαρχαιωμένα και κακοσυντηρημένα.

Τις πρώτες εβδομάδες της εισβολής, ο απροετοίμαστος και ανοργάνωτος Κόκκινος Στρατός σχεδόν διαλύθηκε υπό την πίεση της γερμανικής επίθεσης. Εκατομμύρια Σοβιετικοί στρατιώτες και δεκάδες εκατομμύρια άμαχοι έπεσαν στα χέρια των Γερμανών. Εκατομμύρια άνθρωποι πέθαναν είτε από την πείνα, είτε εκτελέστηκαν ή αναγκάστηκαν να εργαστούν μέχρι θανάτου στα στρατόπεδα εργασίας. Συνολικά, η εκστρατεία στη Ρωσία κόστισε τη ζωή 14 εκατομμυρίων στρατιωτών και από τις δύο πλευρές, ενώ εκτιμάται ότι πέθαναν και 20 εκατομμύρια Ρώσοι πολίτες.

Παρά τις τεράστιες εδαφικές κατακτήσεις τους, οι Γερμανοί αντιλήφθηκαν πολύ αργά αυτό που είχε συνειδητοποιήσει ο Ναπολέων εκατόν τριάντα χρόνια νωρίτερα: Η Ρωσία είναι αχανής και έχει τη δυνατότητα να στηριχθεί στα τεράστια αποθέματα πόρων και ανθρώπινου δυναμικού που διαθέτει. Ο Ναπολέων είχε κατορθώσει να φτάσει μέχρι τη Μόσχα, αλλά οι Γερμανοί κατόρθωσαν να πλησιάσουν μόλις στα 30 χιλιόμετρα από τη ρωσική πρωτεύουσα και απέτυχαν να καταλάβουν τους άλλους στόχους τους – το Λένινγκραντ στον βορρά και το Στάλινγκραντ στον νότο – έχοντας τεράστιες απώλειες στο μεταξύ. Οπως ο Μεγάλος Στρατός του Ναπολέοντα, έτσι και οι δυνάμεις του Χίτλερ είχαν υπολογίσει σε μια ταχύτατη νίκη, η οποία θα οδηγούσε στην κατάρρευση και την παράδοση της Σοβιετικής Ενωσης. Ομως, έκανε επέλαση ο ρωσικός χειμώνας, οπότε η γερμανική μηχανή, απροετοίμαστη για τόσο βαριές χειμερινές επιχειρήσεις, κατέπεσε και τελικά σταμάτησε να λειτουργεί. Οταν ο Στάλιν επιβεβαίωσε ότι η Ιαπωνία δεν αποτελούσε πλέον απειλή άρχισε την προέλαση προς το Βερολίνο και τη νίκη.

Ο ρωσικός χειμώνας κατατρόπωσε δύο επίδοξους παγκόσμιους κατακτητές. Αλλά το 1945 άφησε στον κόσμο μια μοιραία κληρονομιά: εξασφάλισε στον Στάλιν την εξουσία και την επιβίωση του καταπιεστικού σταλινισμού, μέχρι τον θάνατό του το, 1954.

(Πηγή: Οι Μεγαλύτερες Καταστροφές της Ιστορίας, Eric Chaline, Εκδ. Κλειδάριθμος)