Το τρίτο μυθιστόρημα του Νικολά Μπαρρό έχει πρωταγωνιστή έναν νεαρό συγγραφέα που, απαρηγόρητος από την απώλεια της συζύγου του, δεν έχει θέληση όχι μόνο να φάει ή να εργασθεί αλλά ούτε να της γράψει τις επιστολές που εκείνη λίγο πριν το τέλος τού ζήτησε να της υποσχεθεί.

Στις σελίδες του βιβλίου περιγράφονται οι καταχρήσεις του για να μπορέσει να φέρει εις πέρας την κάθε μέρα, να φροντίσει τον τετράχρονο γιο του που φαίνεται να επιβιώνει καλύτερα από τον ίδιο, τα ψέματά του για να αποφύγει τη φορτική φίλη της γυναίκας του, τη χωρίς οίκτο αλλά καλοπροαίρετη κριτική από τον φίλο του για να τον συνεφέρει και την ανακούφιση που του προσφέρει το γράψιμο όταν βάζει τα βάσανά του στο χαρτί (και που σα συγγραφέας έπρεπε να ξέρει αλλά όταν είσαι συγγραφέας για βιοπορισμό την έχεις ξεχάσει). Φυσικά όλα διαδραματίζονται στο Παρίσι για να είναι εμπορικό το βιβλίο. Ο Νικολά Μπαρρό το πουλάει αυτό και στο προηγούμενο βιβλίο του με τίτλο «Το Παρίσι είναι πάντα μια καλή ιδέα» αν και γράφει τα βιβλία του στη γερμανική γλώσσα.

Η ιστορία έχει απ’ όλα: ευαισθησία για τον άτυχο ήρωα, κωμική καταδίωξη από τον επίμονο εκδότη του για να του υπενθυμίσει τις επαγγελματικές υποχρεώσεις του, μυστήριο για το ποιος έκλεψε τις επιστολές του από την κρύπτη και αίσιο τέλος όταν η ζωή με ρομαντισμό παίρνει το πάνω χέρι.

Ενα ελαφρύ, καλογραμμένο μυθιστόρημα για να εκτιμήσει κανείς τη ζωή και να περάσει ευχάριστα.

Μ.Χ.Αναγνωστοπούλου