Γιάννης Αθανασόπουλος

Σαν διαβατάρικα πουλιά οι αγαπημένοι

απρόσμενα και βιαστικά φεύγουν μακριά.

 

Ανήμποροι κι απεγνωσμένοι

κάποιαν αυγή αναχωρούν.

Ανοίγουνε φτερά για κόσμους άλλους,

για τόπους σκιερούς.

 

Πού θε να βρουν τα χείλη μας

τ’ άχαρα λόγια, τα πικρά;

Μα – μη λυπάσαι.

Μόλις νυχτώνει ξαναγυρνούν

οι Αγαπημένοι.

 

Μες τα δωμάτια τ’ αδειανά,

μες τις πελώριες σκιές,

αιθέριες Μορφές μας συντροφεύουν.

 

Ιδανικές φωνές, ονειρεμένες

για περασμένα Καλοκαίρια

μας μιλούν.

 

Ξαναγυρνούν οι Αγαπημένοι

για να μας πουν:

Δεν είναι μόνο η ερημιά,

η παγωνιά που τους βαραίνει.

 

Είν’ η δική μας λησμονιά

που τους πικραίνει.