Ξανθό παιδί, γλυκά χλωμό,
μάτσο τα γιασεμιά πουλούσες,
τις βιόλες τις μοσκοβολούσες,
έξω απ’ τον πέτρινο σταθμό.

Στα μάτια μου έφεξε η ψυχή,
το μέτωπό σου να χαϊδέψη,
που μου λαλούσε – σε μια σκέψη
ξάστερη και παρθενική.

Στο μέτωπό σου χαμηλά
και ίσια σου έπεφταν στους κροτάφους
– που θα επαιδεύαν τους ζωγράφους –
άπηχτα, αριά, ρηχά μαλλιά.

Κεφαλάκι άγουρου παιδιού,
γύρος σερμένος στην εντέλεια,
μάτια σα στόματα: δυο γέλια
και δυο καλέσματα χαδιού…

Κι όσο έστεκα να σε θωρώ,
πήρε η ψυχή να συνεδέση
τα όσα είχε αφήσει κι είχαν πέσει,
σωρό, σπασμένα από καιρό.

Τρυφερό, ανέμελο παιδί,
μιαν Οικουμένη μέσα μου είδες,
που σφάλισαν μ’ εφτά σφραγίδες
και μ’ ακατάλυτο κλειδί.

Και μ’ έκαμες να θαρρευτώ
κιόλας πως, απ’ το υγρό μου μάτι,
των παιδικών δακρύων τ’ αλάτι
τ’ ασφούγγιστο, ήθελε γευτώ.

ΤΕΛΛΟΣ ΑΓΡΑΣ