Στην προσπάθειά μας να πάμε παρακάτω, πόσες φορές άραγε κοιτάξαμε τι είναι αυτό το «παρακάτω»; Πόσες ήταν άραγε οι φορές εκείνες που ο αυτοσκοπός έγινε το κίνητρό μας, και όταν τελικά πραγματώσαμε τον σκοπό, δεν έμεινε παρά το πληγωμένο μας εγώ, και το αδειανό μας «παρακάτω», αφού ποτέ μα ποτέ δεν του δώσαμε σώμα, καρδιά ή ψυχή.

Κοιτώντας πίσω, και έχοντας τάχα προχωρήσει μπροστά, δεν βλέπουμε τίποτα περισσότερο από ένα μακρινό όνειρο, το οποίο είναι θολό , αλλά είναι εκεί για  να μας υπενθυμίζει ότι υπάρχει, και για να μας κάνει να το επιθυμούμε ακόμη περισσότερο, αφού εμείς ήμασταν εκείνοι που απομακρυνθήκαμε βιαίως από εκείνο, δήθεν  πήγαμε  «παρακάτω» και τελικά μείναμε να παρακολουθούμε από μακριά ένα θολό όνειρο στο οποίο ήμασταν κάποτε τόσο κοντά, και το βλέπαμε τόσο καθαρά, το αγγίζαμε, το αισθανόμασταν. Αν θες, καλύτερα, ήμασταν αυτό το όνειρο.

Οι επιλογές είναι δύο. Ή που θα γυρίσουμε πίσω, ή που θα προχωρήσουμε προς τα εμπρός. Ο δρόμος προς τα πίσω είναι γνωστός, γιατί εμείς ήμασταν εκείνοι που τον χαράξαμε, και που έστω και μία φορά τον περπατήσαμε. Οι ιχνηλασίες είναι ήδη καμωμένες. Οι εκπλήξεις θα είναι λίγες, ο δρόμος θα είναι γνώριμος και κάθε μας ανάμνηση θα λειτουργεί προς επίρρωση του ενστίκτου μας και της εκάστοτε ανακύπτουσας αμφιβολίας μας. Ωστόσο, κανείς μα κανείς δεν μπορεί να μας καθησυχάσει και να μας εγγυηθεί ότι το όνειρο που από μακριά φαινόταν τόσο θολό, όταν το φτάσουμε, πράγματι θα φέγγει, πόσο μάλλον θα υπάρχει. Ισως ο δρόμος που νομίζουμε ότι μας οδηγεί πιο κοντά σε αυτό, να μας κάνει να συνειδητοποιήσουμε – και μάλλον τότε θα είναι αργά- ότι όσο καιρό νομίζαμε πως πλησιάζουμε, στην πραγματικότητα φεύγαμε όλο και πιό μακριά. Κι ίσως μετά από τόσο δρόμο, αποκαμωμένοι και με βαθιές πληγές στα πόδια από το περπάτημα, να καταλάβουμε πως δεν ήταν το όνειρο αυτό που φαινόταν από μακριά. Ηταν απλά ένα φως που κάποτε άναψε στην καρδιά μας και που ο δρόμος προς τα πίσω ήταν τόσο μακρύς, ώστε όταν φτάσαμε στη φωτεινή εκείνη πηγή, αυτή είχε πλέον  πάψει να λαμποκοπά. Ηταν απλά ο πανέμορφος απόηχος μιας μοναδικής στιγμής ευτυχίας που ήρθε και παρήλθε, αλλά έμεινε βαθιά ριζωμένη σε κάποιο ανεξερεύνητο μονοπάτι της καρδιάς μας. Και όσο πιο  μοναδική η στιγμή, τόσο πιο ανεξερεύνητο το σημείο στο οποίο την τοποθετήσαμε και την κλειδαμπαρώσαμε, για να μην τη βρει ποτέ κανείς και μας την πάρει.

Από την άλλη, υπάρχει και η επιλογή του άλλου δρόμου. Θα αναρωτηθεί κανείς «γιατί να πάω προς τα πίσω, σε ένα μισοθαμπό φως, να κάνω όλον αυτόν τον σκοτεινό και επικίνδυνο δρόμο που με κόπο διέσχισα για να φτάσω σήμερα εδώ που βρίσκομαι, μόνο και μόνο για να αλλάξω μια λάμπα που έχει ήδη σχεδόν καεί, που χάνεται αργά, που εξαφανίζεται λεπτό προς λεπτό, μια λάμπα που αργοσβήνει;». Ο δρόμος που θα διαβώ είναι αδιάβατος και ίσως αυτό να με φοβίζει. Κι αν παραπατήσω κι αν χτυπήσω, κι αν πέσω κάτω;  Ολα με τρομοκρατούν και κάνουν την καρδιά μου να σφίγγεται. Κι αν ο δρόμος αυτός δεν οδηγεί πουθενά, κι αν είναι αδιέξοδο, και αν πέσω πάνω σ έναν τοίχο;

Κοίτα να δεις που μέσα σε όλα τα «αν»  του κόσμου, ένα μόνο με τρομάζει τόσο. Μην τυχόν και βρεθώ και πάλι στο θαμπό φως από το οποίο νόμιζα ότι έφευγα. Μην τυχόν και κολλήσω κάνοντας κύκλους γύρω από μία ανάμνηση την οποία δεν μπορώ πια να τη νιώσω, να την ακουμπήσω, να τη γευτώ. Θα έμοιαζα με κουτό και απελπισμένο έντομο που κάνει κύκλους γύρω από τη φωτιά μέχρι που θα καούν τα φτερά του, ή που θα σβήσει η φωτιά. Φοβάμαι μην τυχόν και βρεθώ παγιδευμένη σε ένα θαμπό φως και συνηθίσω σε μια θαμπή εικόνα, δίχως ζωντάνια, δίχως χρώματα, δίχως ύλη και μυρωδιά. Μεταίχμιο ζωής και θανάτου…

Και να που εκεί που είσαι ήμουν, εκεί που είμαι ήσουν, εκεί που είμαι θα έρθεις, αλλά… τι σημασία έχει πια το πού είμαστε; Κι όμως, γιατί πρέπει πάντα κάπου να είμαστε; Γιατί πρέπει οπωσδήποτε να είμαστε ή στο φως ή στο σκοτάδι; Δεν υπάρχει η διαδρομή; Κι αν υπάρχει, και είναι σκοτεινή, τότε πώς ξέρεις προς τα πού να πας τελικά; Κι αν γυρίσεις πίσω; Κι αν παγιδευτείς, κι αν παρεκκλίνεις, κι αν ξεχάσεις; Κι αν κουραστείς, κι αν τρέξεις, κι αν πέσεις, κι αν πετάξεις; Μα τι λέω; Πώς να πετάξεις;

Το μυαλό σκαρφίζεται τα πιο παράξενα επιτεύγματα και η καρδιά είναι εκεί για να τα επιβραβεύει. Μια σκοτεινή διαδρομή βέβαιης αποτυχίας για τη λογική ποτέ δεν απέρριψε ένα άριστα της καρδιάς. Μια διαδρομή όλο λάθη και πισωγυρίσματα και άσκοπους κύκλους, ποτέ δεν κούρασε τη θεόρατη καρδιά. Μια διαδρομή με θαμπά μυστικά και βαθιά σημάδια που δεν επουλώθηκαν ποτέ, ουδέποτε λέρωσε την καρδιά. Κι η καρδιά; Πού είναι τα όριά της και ποια η πυξίδα της για να πάρει τον σωστό δρόμο και να μην πάει πίσω στο φως που την ξεγέλασε και σαν αλλοτινό αστέρι έμοιαζε να φέγγει κοντά, όμως έφεγγε δισεκατομμύρια χιλιόμετρα μακριά. Ποιος θα αγαπήσει τη χαζή καρδιά που τσαλακώθηκε ερχόμενη αντιμέτωπη με τα ατσαλάκωτα εγώ και τις αμετακίνητες σταθερές ενός άκαμπτου κόσμου;

Τα ερωτήματα είναι πολλά. Κι ο δρόμος δεν είναι ένας. Φαντάσου τώρα να έχεις μπροστά στα μάτια σου έναν χάρτη. Τόσο πολύπλοκος, τόσο πολύχρωμος, τόσο τεράστιος και τόσο ανεξερεύνητος. Τα μονοπάτια είναι άπειρα και οι επιλογές φαντάζουν αμέτρητες. Και σκέψου πόσα ακόμη σταυροδρόμια, και ψευτοδρόμοι, και γέφυρες και λιμανάκια και κολπίσκοι που δεν απεικονίζονται στον χάρτη. Ωστόσο φτιάχτηκαν με τον καιρό από την ίδια τη φύση των πραγμάτων ή από άλλους ανθρώπους που πέρασαν από εκεί, που έζησαν ανάλογες καταστάσεις με εμάς, που αναζήτησαν κι εκείνοι στα τυφλά, που χάραξαν δική τους πορεία… Και τότε, καταλαβαίνεις ότι δεν είσαι μόνος. Τότε είναι η στιγμή που τίποτα θαμπό δεν σου κάνει. Τίποτα άχρωμο δεν σε καλύπτει μπροστά στο χρώμα των επιλογών που ανοίγονται μπροστά σου. Ή πίσω σου. Κι αν κλείσεις τα μάτια, και σκεφτείς ότι είσαι μια κουκίδα στον χάρτη σου, σκέψου ότι ο χάρτης σου αυτός δεν είναι τελικά παρά  μικρές απειροελάχιστες κουκίδες σαν εσένα, όχι όμοιές σου, αλλά μοναδικές και ανεπανάληπτες.

Δεν είμαστε μόνοι και από την άλλη δεν μοιάζουμε με κανέναν. Κανείς δεν καταλαβαίνει και κανείς δεν είναι υποχεωμένος να το κάνει. Το θαμπό μου φως μπορεί να σου είναι ανύπαρκτο. Το λαμπερό μου αστέρι μπορεί να σου είναι αόρατο. Οπως είπε και ο Antoine de Saint Exupery , «Δεν βλέπουμε παρά μόνο με την καρδιά, γιατί το ουσιώδες είναι αόρατο για τα μάτια».

Και στην προσπάθειά μας να πάμε παρακάτω, πρέπει να έχουμε τα μάτια ανοιχτά. Κυριολεκτικά και μεταφορικά. Κάθε μας αφελής προσπάθεια να εθελοτυφλούμε, θα διορθώνεται από την κυριολεξία, και κάθε κίνδυνος να γίνουμε πεζοί, κυνικοί, και αφάνταστοι, θα σώζεται από τη μεταφορά. Και κάπως έτσι θα πορευόμαστε. Τώρα το μπρος ή το πίσω εξαρτάται από το πού στέκεται ο παρατηρητής μας και ποιο είναι το σημείο αναφοράς. Καλά θα κάνουμε αυτό το σημείο αναφοράς να μην είναι θαμπό, αλλά σαν φάρος να μας φωτίζει και τον πιο σκοτεινό δρόμο, και την πιο σκοτεινή γωνιά. Κι όταν, ακόμη, ο παρατηρητής δεν θα κοιτά, το σημείο αναφοράς μας θα είναι εκεί. Οχι σαν απόηχος, αλλά με σώμα και οστά. Στην κάθε μας μέρα, στο κάθε μας λεπτό. Η ευτυχία δεν είναι απομεινάρι, δεν είναι ανάμνηση, ούτε καν νοσταλγία. Είναι η ομορφιά της ζωής που ήρθε την πιο κατάλληλη στιγμή. Οταν πηγαίναμε παρακάτω, όταν κοιτούσαμε πίσω, όταν κάναμε κύκλους, όταν κινούμασταν ή έστω προσπαθούσαμε, γιατί έτσι είναι η ζωή και κάπως έτσι έρχεται η ευτυχία.

 

Μαριάννα Ράπτη