Λορέντζος Μαβίλης

Πατρίδα, σαν τον ήλιο σου ήλιος αλλού δεν λάμπει.
Πώς εις το φως σου λαχταρούν οι θάλασσες κι οι κάμποι,
πώς λουλουδίζουν τα βουνά, τα δάση, οι λαγκαδιές,
στέλλοντάς σου θυμίαμα μυριάδες μυρωδιές!
Αφρολογούν οι ρεματιές και λαχταρίζει η λίμνη,
χίλιες λαλιές πουλιών ηχούν, της ομορφιάς σου ύμνοι.
Σ’ άπειρα αστράφτουν χρώματα, παντού, λογής, λογής,
του αγέρος τα πετούμενα, τα σερπετά της γης.
Κι αυτός σηκώνει το ελαφρό της καταχνιάς μαγνάδι
και κάθε στάλα από δροσιά γυαλίζει σαν πετράδι,
η καθ’ αχτίδα του σκορπά με την αναλαμπή
χαρά, ζωή, και δύναμη, κι ελπίδα όπου κι αν μπει.

Φαντάζεις σαν τον ήλιο σου κι εσύ, καλή πατρίδα,
και μάγια σαν τα μάγια σου στον κόσμο αλλού δεν είδα.
Η γη σου είναι παράδεισος, κι αιώνια γαλανός
γύρω σου καθρεφτίζεται στο πέλαγο ο ουρανός,
μάγεμα ασημοΰφαντο, φως μαργαριταρένιο,
λιώνοντας σ’ ένα χάραμα χρυσό, μαλαματένιο.
Γιομάτος μόσχους και δροσιές ο Ζέφυρος τερπνά
μες από αγάπης φαντασιές τα πλάσματα ξυπνά.
Κι ανάμεσα σε χρώματα από χίλια ουράνια τόξα
προβαίνει πάλι ο ήλιος σου σε όλη του τη δόξα.
Και σαν του μεγαλείου σου σύμβολο φωτεινό
έως το χρυσό βασίλεμα λάμπει στον ουρανό.

Ελλάς, το μεγαλείο σου βασίλεμα δεν έχει,
και δίχως νέφη τους καιρούς η δόξα σου διατρέχει.
Οσες φορές ο ήλιος σου να σε φωτίσει ερθεί,
θε να σε βρει πεντάμορφη, στεφανωμένη, ορθή!